Rox – Memoirs (2010)

Η 21 ετών Rox (Roxanne Tataei) είναι παιδί  μιας Τζαμαϊκανής μητέρας και ενός Ιρανού πατέρα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λονδίνο. Ήρθε σε επαφή με τη μουσική από πολύ μικρή ηλικία καθώς έμενε με τους παππούδες και τους ακολουθούσε τακτικά στην εκκλησία. Σε ηλικία δέκα ετών περιόδευε ήδη με το National Youth Music Theatre στην Βρετανία και το 2007 σχημάτισε το πρώτο της γκρουπ, ένα jazz τρίο. Το 2008 ερμήνευσε το «Distant Dreams» του Nitin Sawhney (και πάντα έψαχνα να βρω ποια κρυβόταν πίσω από την εξαιρετική αυτή φωνή), ενώ το 2009 κυκλοφόρησε το πρώτο της single No Going Back που έστρεψε και τα φώτα της δημοσιότητας πάνω της (απόλυτα δικαιολογημένα κατά τα προσωπικά μου τουλάχιστον γούστα). Έτσι, φέτος τον Ιούνιο κυκλοφόρησε και ο πρώτος της δίσκος Memoirs.

Συνέχεια

Advertisements

VA – The Modern Sounds Of Nicola Conte – Versions In Jazz-Dub (2009)

Ο Nicola Conte είναι από τους καλλιτέχνες που πραγματικά μου αρέσει πολύ η δουλειά τους. Εκπρόσωπος της σύγχρονης easy listening jazz όπως την βλέπει η ιταλική (κυρίως) σκηνή, αποτελεί κραταιά φιγούρα στη διαμόρφωση αυτού του ρεύματος μέσα από τις τάξεις της Schema Records. Σε αυτόν το δίσκο που κυκλοφόρησε το 2009, ο Conte ανθολογεί 26 διασκευές που έχει κάνει κυρίως για τρίτους, αλλά και δικά του κομμάτια υπό ένα πιο εκσυγχρονισμένο ύφος, δημιουργώντας μια εξαιρετική συλλογή με πλήθος συνεργασίες και επιρροές που ακροβατεί μεταξύ jazz, bossa nova και lounge μουσικής. Συνέχεια

The Invisible Session – The Invisible Session (2006)

Οι Invisible Session είναι οι Luciano Cantone, Paolo Fedreghini και Marco Bianchi. Αυτά! Σοβαρά τώρα, αυτές είναι οι μόνες πληροφορίες που μπόρεσα να συγκεντρώσω όταν έφτασε αυτός ο δίσκος στα χέρια μου. Ο δίσκος λοιπόν, αποτελεί προσωπική δουλειά του Luciano Cantone, συνιδρυτή της μουσικής εταιρείας Schema Records (www.ishtar.it), η οποία αποτελεί μια χαρακτηριστική εκπρόσωπο της σύγχρονης ιταλικής σκηνής της jazz και της lounge, έχοντας στις τάξεις της καλλιτέχνες όπως οι Nicola Conte, The Dining Rooms, Geraldo Friscina, Mario Biondi, Sahib Sihab και πολλούς άλλους. Έτσι λοιπόν, αυτός ο δίσκος δείχνει άμεσα τις επιρροές του Cantone και κινείται στο χώρο της lounge jazz μουσικής, με προσεκτικές αναλογίες από την κάθε μια, δημιουργώντας ένα ξέγνοιαστο και σαγηνευτικό ύφος. Σε πολλά κομμάτια στα φωνητικά συνεργάζεται η Jenny B., ιταλίδα ερμηνεύτρια με βαθιά και αισθαντική φωνή που χρωματίζει πολύ ευχάριστα το δίσκο. Συνολικά ο δίσκος μπορεί να μην θέτει νέα δεδομένα στον χώρο που απευθύνεται, αλλά πρόκειται σίγουρα για έναν συνεπή εκπρόσωπό του που ακούγεται εξαιρετικά ευχάριστα. Συνέχεια

Χαμηλές πτήσεις (αλλεργία στην ταχύτητα)

Πάντα είχα ένα θέμα με τα αεροπλάνα, κυρίως βέβαια στις πτήσεις εσωτερικού που διαρκούν λίγο. Όχι πως τα φοβάμαι, κάθε άλλο: οι στατιστικές δείχνουν πως είναι το ασφαλέστερο μέσο μεταφοράς, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την εναλλακτική της οδήγησης στους ελληνικούς δρόμους. Το πρόβλημά μου έχει να κάνει κυρίως με την ταχύτητά τους. Ξύπνησα μια χαρά, όμορφα και ωραία στο χωριό την Τετάρτη το πρωί, ήπια τον καφέ μου παίζοντας με τις γάτες του σπιτιού στον φρέσκο και καθαρό αέρα της εξοχής, ευλογία! Κατόπιν, πήρα την βαλίτσα μου και κίνησα συνοδεία του πατέρα μου για το αεροδρόμιο. Η πτήση έφευγε στις 07:25 και μετά την απαραίτητη καθυστέρηση, έφτασε στην Αθήνα στις 08:30. Λίγο αργότερα, κατά τις 10:00 ήμουν ήδη στο γραφείο, αντιμέτωπος με τη ρουτίνα και τις στοίβες των χαρτιών έτοιμες να με καταπιούν.

Δεν μπορούσα με τίποτα να συνειδητοποιήσω αυτό που μου συνέβαινε. Εντάξει, σίγουρα έχω τις κακές μου που έφυγα από την εξοχή για την πόλη, σίγουρα το μυαλό μου κοντεύει να γίνει μελάτο με τον καύσωνα να μην σε αφήνει να πάρεις πνοή, αλλά αυτό που συμβαίνει με το αεροπλάνο, αλλού να ξυπνάς και αλλού να βρίσκεσαι μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, είναι κάτι που δεν μπορώ εύκολα να χωνέψω. Διότι τουλάχιστον, όταν ταξιδεύεις με άλλο μέσο, ο χρόνος που διαρκεί το ταξίδι είναι και χρόνος προσαρμογής στη νέα κατάσταση, ταξιδεύεις και το καταλαβαίνεις, το σκέφτεσαι βρε παιδί μου. Κι αν αλλάξεις και γνώμη (όταν οδηγείς), κάνεις μεταβολή και… μην τον είδατε! Τάσεις φυγής; Ίσως να φταίει η άμμος που ακόμα δεν έχει βγει από τα παπούτσια…

Χωρίς (πολλά) λόγια

Από τα καλύτερα των ημερών:

-Τι κάνουν δύο κομμουνιστές μέσα σε μια λάμπα;

-Αντίσταση…

Γελειογραφία: http://www.tanea.gr

Ανοικτά παράθυρα (η ανάγκη, φιλότιμο)

Εδώ και δεκαπέντε χρόνια αισίως οδηγώ συστηματικά μοτοσυκλέτα, ειδικά για τις καθημερινές μετακινήσεις. Είναι ένα οικονομικό και σχετικά οικολογικότερο μέσο σε σχέση με το παραδοσιακό Ι.Χ., ενώ η οικονομία χώρου που προσφέρει στους ασφυκτικά γεμάτους δρόμους των μεγαλουπόλεων είναι υψίστης σημασίας. Οι χρόνοι εκμηδενίζονται, ο καιρός της Ελλάδας βοηθάει τα μέγιστα και το μόνο ουσιώδες εχθρικό στοιχείο είναι οι οδηγοί των αυτοκινήτων, που συνήθως ουδεμία προσοχή δεν δίνουν στον εκτεθειμένο αναβάτη. Πολλοί θα κατηγορήσουν και τους μοτοσικλετιστές για απρόσεκτη οδήγηση (χωρίς να έχουν άδικο πολλές φορές), αλλά η έλλειψη παιδείας εκατέρωθεν είναι κάτι δεδομένο εδώ και πολλά χρόνια.

Τέλος πάντων, ας έχει: δεν είναι αυτό το θέμα στην παρούσα περίπτωση. Οδηγώντας λοιπόν μοτοσυκλέτα όλα αυτά τα χρόνια, ένα πράγμα με ενοχλούσε σχετικά με τα αυτοκίνητα περισσότερο από καθετί: κάθε καινούργιο μοντέλο ήταν ακόμα πιο ήσυχο και αθόρυβο στο εσωτερικό του σε σχέση με το παρελθόν, με αποτέλεσμα να αποκόπτεται σταδιακά όλο και περισσότερο η αίσθηση του όποιου οδηγού από το τι συμβαίνει γύρω του. Αν προσθέσει κανείς και λίγο μουσική από το (στάνταρ) ηχοσύστημα, ο οδηγός καταλήγει να μην αντιλαμβάνεται τίποτα από το τι συμβαίνει γύρω γύρω.  Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει λαχταρήσει η καρδιά μου από οδηγούς που δεν άκουσαν ποτέ την κόρνα μου σε διασταυρώσεις και λοιπά (ειδικά όσοι οδηγούν μοτοσυκλέτα καταλαβαίνουν ακριβώς τι εννοώ).

Η μόνη περίοδος κατά την οποία τα πράγματα ήταν κάπως πιο ανθρώπινα, ήταν ανέκαθεν το καλοκαίρι. Στην αναζήτηση λίγου φρέσκου αέρα και μιας κάποιας δροσιάς, τα παράθυρα στα αυτοκίνητα κατέβαιναν, με άμεσο αποτέλεσμα ο οδηγός να ανακτά κάποια επαφή με τα τεκταινόμενα γύρω του και να αποφεύγονται πολλές φορές τα χειρότερα. Η καλύτερη και ασφαλέστερη εποχή για οδήγηση, μακράν. Σταδιακά όμως ακόμα και το ευτελέστερο αμάξι απέκτησε στο βασικό εξοπλισμό του κλιματισμό, οπότε τα παράθυρα των αυτοκινήτων έκλεισαν και πάλι, ακόμα και το καλοκαίρι! Σέρνονται λοιπόν τα προσωπικά μικροφρούρια λαμαρίνας στους καλοκαιρινούς δρόμους (καθότι οι κλιματισμοί γονατίζουν κυριολεκτικά τους περισσότερους μικρούς κινητήρες), στερώντας μας έτσι ακόμα κι αυτήν τη μικρή θερινή ανάπαυλα σε αυτήν την ιδιότυπη «έχθρα». Με τον καιρό λοιπόν, έβαλα κι εγώ εξάτμιση που σπέρνει τον πανικό κι ενεργοποιεί τους συναγερμούς των αυτοκινήτων όταν περνάει δίπλα τους και οφείλω να ομολογήσω πως έχω βρει την υγειά μου. Σε σέβονται αλλιώς βρε παιδί μου, σε ακούν και σε υπολογίζουν. Αλλά, από την άλλη μεριά, σε πιάνει και το κεφάλι σου, οφείλω να το παραδεχτώ αυτό. Όσο όμως ο πονοκέφαλος βοηθά έστω και στο ελάχιστο το να παραμένει το κεφάλι μου στη θέση του, σώο και αβλαβές, μου έχω υποσχεθεί ότι θα πάψω να γκρινιάζω.

Έλα όμως που τελευταία σαν να έχω αρχίσει να διακρίνω μια μεταστροφή. Το έχω παρατηρήσει αρκετό καιρό τώρα, αλλά περίμενα τους καύσωνες για να το επιβεβαιώσω: το παράθυρα των αυτοκινήτων έχουν σε μεγάλο, αξιοπερίεργο βαθμό ξανανοίξει! Το έβλεπα και στην αρχή του καλοκαιριού, αλλά τότε τα περιστατικά ήταν μεμονωμένα. Με τους καύσωνες όμως,  είναι απορίας άξιον το να βλέπεις χλιδάτες τζιπούρες με τα παράθυρα κατεβασμένα και τους επιβάτες μέσα να βράζουν, ενώ τα κουμπάκια του κλιματιστικού είναι ακριβώς δίπλα στο χέρι τους. Βρε τι σου είναι η κρίση! Από τη μια μεριά η τιμή της βενζίνης (που έχει σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε έναν μόλις χρόνο) και οι απαιτήσεις του κλιματισμού σε λίτρα και από την άλλη η πρόσφατη απεργία που στέγνωσε τα πρατήρια όλης της χώρας (απίστευτες σκηνές σαφάρι και τσακωμών έχω δει όλες αυτές τις μέρες), θύμισαν στον κόσμο πως μπορεί και να ανοίξει τα παράθυρα για να πάρει αέρα ενίοτε και πως ο κλιματισμός δεν είναι για χόρταση. Δύσκολες εποχές για λούσα. Κι ενώ συμπονώ και συμπάσχω με τον μέσο οδηγό, γελάω πολύ με τα πανάκριβα, υπερμεγέθη οχήματα που κυκλοφορούν αφειδώς στους δρόμους της Αθήνας με τους οδηγούς τους να λιώνουν από τη ζέστη στα ζεματιστά δερμάτινα (συνήθως) καθίσματα, που έσκασαν έναν σκασμό λεφτά για να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία τους και τώρα δεν έχουν λεφτά να βάλουν τη βενζίνη που χρειάζεται για να τα λειτουργήσουν.

Ίσως και να είμαι χαιρέκακος, δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Αυτό που μπορώ σίγουρα να πω είναι πως αν η βενζίνη συνεχίσει να τραβά την ανηφόρα και ο κόσμος να μην έχει τα ανάλογα χρήματα για να την ακολουθήσει, ίσως και να μου περάσει ο πονοκέφαλος από το θόρυβο της εξάτμισης. Πλέον ο άλλος σε ακούει και σου δίνει σημασία και σε πιο ανθρώπινα ντεσιμπέλ, οπότε δεν είναι απαραίτητο πια να με πονάει το δικό μου κεφάλι στην απαραίτητη προσπάθειά μου να το προστατεύσω. Άσε που όπου να ’ναι θα βγουν και τα όργανα της τάξης στη γύρα να μας κυνηγάνε με το ντεσιμπελόμετρο! Άντε, και στα 2 ευρώ το λίτρο, ορκίζομαι να πετάξω την αντικοινωνική εξάτμιση…