Cayetano – Back Home (2010)

Στον Cayetano (Γιώργος Μπρατάνης) έχω αναφερθεί και παλαιότερα, λέγοντας πως είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσία στο χώρο της σύγχρονης lounge σκηνής και σίγουρα μια από τις πιο ελπιδοφόρες ελληνικές παρουσίες. Κάθε διαδοχικό του βήμα καταλήγει να είναι λίγο καλύτερο και λίγο συμπαγέστερο από το αμέσως προηγούμενο, ακολουθώντας μια εξελικτική πορεία ωριμότητας. Αυτό αποδεικνύεται και με το δίσκο Back Home που είναι η τελευταία δουλειά του. Συνέχεια

Advertisements

Lizz Wright – Fellowship (2010)

Η Lizz Wright, δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του προηγούμενου (τρίτου) δίσκου της The Orchard, ο οποίος και την κατέστησε περισσότερο γνωστή στο ευρύ κοινό με την μαζική του αποδοχή και το «σουξέ» My Heart, κυκλοφορεί τον τέταρτο κατά σειρά δίσκο της. Αγγίζοντας την κρίσιμη ηλικία των τριάντα ετών, η Wright καταπιάνεται στον δίσκο αυτό με  τις ρίζες της μουσικής της κουλτούρας, δηλαδή τα gospel. Έχοντας μεγαλώσει από μικρό παιδί παίζοντας πιάνο και τραγουδώντας στην εκκλησία του πάστορα πατέρα της, είναι απολύτως φυσικό η αισθητική των θρησκευτικών ύμνων των αφροαμερικανών να έχει ριζώσει βαθιά μέσα της, καθιστώντας την ικανή όσο λίγοι σύγχρονοι καλλιτέχνες να αποδώσει την ένταση αυτής της μουσικής και αυτής της κουλτούρας.

Συνέχεια

Radio Citizen – Berlin Serengeti (2006), Hope And Despair (2010)

Οι Radio Citizen είναι ένα σχήμα που προέρχεται από τη Γερμανία. Ιθύνων νους είναι ο Niko Schabel, ένας Βερολινέζος συνθέτης, παραγωγός και πολυπράγμων μουσικός που έχει ήδη συνεργαστεί με ένα ευρύ φάσμα καλλιτεχνών και ηγείται και του jazz γκρουπ The Niko Schabel Quartet. Ο Schabel, ο οποίος παρεμπίπτοντος παίζει τόσα όργανα που μου είναι δύσκολο να αρχίσω να τα απαριθμώ, κυκλοφόρησε τον πρώτο δίσκο των Radio Citizen το 2006 από την Ubiquity Records και με τις ευφάνταστες μελωδίες του καθώς και με τη συνεργασία της Ινδο-Πορτογαλο-Νοτιοαφρικανής (!) Bajka στα φωνητικά, κατάφερε να προκαλέσει αίσθηση. Χρησιμοποιώντας τόσο ηχητικά samples όσο πραγματικούς μουσικούς, ο δίσκος κινείται σε ένα φάσμα ηλεκτρονικών (κυρίως) μουσικών με ύφος που ποικίλλει από funky, soul-jazz και hip hop ρυθμούς ικανούς να ξεσηκώσουν τον ακροατή μέχρι πιο εσωστρεφή dub, trip hop κομμάτια, ενώ δεν λείπουν και οι επιτυχημένες επιρροές από ένα ευρύ φάσμα μουσικών ethnic χαρακτήρα. Προσωπικά ο δίσκος αυτός μου αρέσει πολύ και με κάνει να βλαστημάω που δεν έχω καλύτερο ηχοσύστημα! Συνέχεια

Γιορτινές υποσχέσεις (άμα δεν σε πάει…)

Το τέλος της προηγούμενης χρονιάς με βρήκε να δίνω υποσχέσεις στον εαυτό μου, με κυριότερη να κόψω την γκρίνια. Φυσικά εγώ υποστηρίζω πως δεν γκρινιάζω, αλλά ασκώ «δρυμία κριτική» σε θέματα που μου δυσκολεύουν τη ζωή ή που βρίσκω παράλογα. Η αλήθεια είναι βέβαια πως είναι πολλά αυτά τα πράγματα κατά τη δική μου αντίληψη, οπότε με μια κίνηση αβρότητας είπα να θεωρήσω πως ο χαρακτηρισμός μου ως γκρινιάρη που μου αποδίδεται από γνωστούς και φίλους ίσως να έχει και μια βάση, οπότε κάπως έτσι προέκυψε και η υπόσχεσή μου αυτή. Έτσι λοιπόν, φόρτωσα μπαγκάζια και υποσχέσεις στο αυτοκινητάκι μου και ξεκίνησα για τα πάτρια εδάφη ενόψει των εορτών, αποφασισμένος να χαλαρώσω, να ηρεμήσω και να μην χαλάσω και πολλά λεφτά, εναρμονιζόμενος πλήρως με το γενικότερο κλίμα.

Το αυτοκινητάκι μου λοιπόν είναι για μένα καινούργιο, μολονότι μεταχειρισμένο εγώ το πήρα. Ήταν το πρώτο ταξίδι που θα έκανα μαζί του και είχα μια φυσιολογική αγωνία για το αν όλα βαίνουν καλώς αλλά και τρομερή χαρά για το παρθενικό του ταξίδι. Ιδανικές συνθήκες αν μη τι άλλο για να ξεχαστείς και να χαρείς λίγο. Επειδή δεν μετακινούμαι πολύ με το αμάξι στη ζούγκλα της Αθήνας, του είχα κάνει πολύ λίγα χιλιόμετρα και είχα ξεχάσει να του βάλω και βενζίνη. Ξεκίνησα και έψαξα το πρώτο βενζινάδικο όπου και ζήτησα ευγενικά από τον πρατηριούχο να μου το γεμίσει αφού το ταξίδι για τα πάτρια εδάφη είναι μακριά. Περίμενα εγώ, γέμιζε αυτό, έτρεχαν τα ευρώ… Στα 50 λίτρα σταμάτησε, 80 ευρώ μου ζήτησε ο συμπαθής υπάλληλος (ήτοι 1,60€/λίτρο) και μάτωσε η τσέπη μου! Πολύ βενζίνη παίρνουν τα μοντέρνα τα αμάξια… Θυμήθηκα δε πως όταν είχα κατέβει για πρώτη φορά από το «χωριό» στην πρωτεύουσα, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’90, γέμιζα το παπάκι μου με 0,36€ ή 124 δρχ./λίτρο (ως μπατιράκι φοιτητικό το είχα ψάξει πολύ γι’ αυτό και θυμάμαι μέχρι και το βενζινάδικο) και με έπιασε μια μελαγχολία. Αλλά επειδή κι αυτό γκρίνια μου το χρεώνουν, είπα να σταματήσω να σκέφτομαι τα πάντα με αριθμούς, έστω κι αν εν τέλει σήμερα τα νούμερα πάσης φύσεως είναι αυτά που μας καταδιώκουν, και να ευθυμήσω για τη συνέχεια του ταξιδιού. Εξάλλου η πολλή βενζίνη φτάνει και για πολλά χιλιόμετρα, είχε και καλό καιρό!

Οδηγούσα λοιπόν ήρεμα και συντηρητικά, με το μάτι πιο πολύ καρφωμένο στον «μετρητή στιγμιαίας κατανάλωσης» του αμαξιού (φοβερή εφεύρεση) παρά στο δρόμο (γίνεται εμμονή και μπορεί να γίνει και επικίνδυνο…) και προσέχοντας τα νούμερα να κρατιούνται χαμηλά. Τέτοια ήταν η καλή μου η διάθεση που πλήρωσα και τα διόδια παρωδία της εθνικής οδού κωμωδίας που φτάνει μέχρι την Πάτρα. Φυσικά στη διαδρομή γλίτωσα από 3-4 μετωπικά, καθότι όλοι οι οδηγοί-κουβάδες με τις τεράστιες SUVάδες τους οδηγούν αμόρφωτα και φασιστικά σαν να μην υπάρχει αύριο, νομίζοντας ότι οδηγούν Playstation. Κι ενώ οδηγούσα με την προσοχή μου διχασμένη ανάμεσα στα νούμερα της κατανάλωσης και τους κρετίνους τριγύρω μου, αναλογιζόμουν πόσο σοβαρό έγκλημα είναι η ευκολία και η διαφθορά με την οποία δίνεται μια τόσο ισχυρή μέθοδος επιβολής της βούλησης ενός ατόμου έναντι κάποιου άλλου, ίσως η ισχυρότερη στην καθημερινότητά του (ίσως ακόμα και ανάλογη με την οπλοκατοχή), όπως η δυνατότητα να οδηγεί. Αν μη τι άλλο, αν ένας οδηγός είναι ανίκανος ή κρετίνος «Ελληναράς», μπορεί και να ξεκληρίσει 2-3 σπίτια στην καθισιά του. Αλλά γκρινιάζω πάλι…

Να μην τα πολυλογώ, μετά από πολύ υπομονή, ακόμα περισσότερη προσοχή και υπερβολικά έξοδα έφτασα επιτέλους στη γενέθλια γη μου. Χαιρέτησα τους γονείς μου, τα είπαμε, χάιδεψα τις γάτες και αφού ξεφόρτωσα το αμάξι, άνοιξα το laptop να ελέγξω τα mail μου. Αλλά δίκτυο ουδέν. Με τις βροχές και τις καταιγίδες φαίνεται πως στην ελληνική Άγρια Δύση τα δίκτυα προβληματίζονται, η δε ανταπόκριση του ΟΤΕ, για κλάματα ειλικρινά: 4 μέρες προσπαθούσα να βγάλω άκρη με τους λεβέντες, αλλά φως ουδέν. Έφυγα και ακόμα με παίρνουν τηλέφωνο. Το χειρότερο δεν ήταν η δική μου αναστάτωση της καθημερινότητας και της δουλειάς μου, αλλά ενώ πήγαινα στο πατρικό μου αποφασισμένος να εξηγήσω κάποια από τα μυστικά του διαδικτύου στον πατέρα μου (τουλάχιστον να ενημερώνεται λίγο πιο πολύπλευρα), είδα τον «ποιοτικό» αυτό χρόνο με τον πατέρα μου να καταρρέει. «Άντε τώρα να του εξηγήσεις από απόσταση πώς να κάνει bookmark κάτι που του αρέσει ή τι είναι το skype και πώς να το χρησιμοποιεί» σκεφτόμουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά όταν μου είπε η ίδια μου η μάνα να σταματήσω να γκρινιάζω, αποφάσισα να διαγράψω το ζήτημα και το έριξα στο διάβασμα μπροστά στο αναμμένο τζάκι, πίνοντας κρασιά. Μια χαρά!

Μία όμως η ζέστη, μία τα κρασιά, έφτασε το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς και δεν είχα καμιά απολύτως όρεξη ούτε να κουνηθώ ούτε να εορτάσω. Μου άρεσε όπως χαλάρωνα για 3-4 μέρες και δεν είχα διάθεση να το χαλάσω αυτό για τίποτα. Για να μην στεναχωρήσω όμως το σόι μου, υποσχέθηκα στους γονείς μου ότι θα πάω να τους βρω στο σπίτι που είμαστε καλεσμένοι. Αφού έφυγαν έκανα κι εγώ το μπάνιο μου, ντύθηκα κομψά και κατά τις 23:00 αποφάσισα να παραβρεθώ κι εγώ στις εορταστικές εκδηλώσεις. Φάγαμε τα εξαιρετικά εδέσματα, ήπιαμε με μέτρο εκλεκτό κρασί ιδιοπαραγωγής, κατόπιν επιδόρπιο και στην αλλαγή του χρόνου καθένας μας ήπιε και από ένα ποτηράκι αφρώδους οίνου. Άλλαξε λοιπόν ο χρόνος, φιληθήκαμε και ανταλλάξαμε ευχές για καλή πρόοδο στους μικρότερους και για καλή αποκατάσταση (άντε και με μια καλή νύφη) στους μεγαλύτερους, χαρήκαμε και ευθυμήσαμε γενικώς, οπότε και ήρθε η ώρα της τσόχας. Μιας κι εγώ προτιμούσα την κουβέντα και το χαζολόγημα, αισθάνθηκα άβολα να μετράω ξανά νούμερα και να υπολογίζω χρήματα. Για να μην αρχίσω να γκρινιάζω όμως, αποφάσισα να αποχωρήσω διακριτικά μιας και η επίλυση στομαχικών διαταραχών λόγω πολυφαγίας των ημερών δεν άφηνε και πολλά περιθώρια διαπραγματεύσεων.

Άμα όμως δεν σε θέλει… Στο δρόμο για το σπίτι λοιπόν, πρώτες ώρες του νέου χρόνου υπό βροχή, οδηγούσα το (άδειο πια από βενζίνη) αυτοκινητάκι μου , ώσπου επάνω σε μια στροφή αισθάνομαι ένα δυνατό τράνταγμα και κρότο και αμέσως μετά την αποσταθεροποίηση του αμαξιού. Αφού το συμμάζεψα ξαφνιασμένος (αν ερχόταν κάποιος από απέναντι, μετωπική), αισθανόμουν και άκουγα το ολοκαίνουργιο λάστιχο μου σκασμένο. Έκανα στην άκρη προκειμένου να διαπιστώσω αρχικά τί συμβαίνει και εν συνεχεία πώς συνέβη. Βρέθηκα να κοιτάζω μια σπασμένη ζάντα και ένα κομμένο λάστιχο, ήτοι περίπου 350€ ζημιά. Ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στα μηνίγγια! Πήρα έναν φακό και πηγαίνοντας ανάποδα το δρόμο άρχισα να ψάχνω τι ήταν αυτό που με βρήκε. Αφού προσπέρασα το σημείο δυο φορές μέσα στον θεοσκότεινο δρόμο και υπό βροχή, τελικά ανακάλυψα στη μέση μιας στροφής μια λακκούβα (γεμάτη νερό φυσικά…) με βάθος τουλάχιστον 20 πόντους. Εάν έπεφτε μοτοσυκλέτα εκεί αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να τη γλυτώσει.  Αμέσως άρχισα να βράζω από θυμό και από το μυαλό μου περνούσαν χίλιες σκέψεις. Να μείνω εδώ που είμαι, να βγάλω φωτογραφίες, να πάρω τον ασφαλιστή, να στείλει εμπειρογνώμονα, να κάνω μήνυση και στο Θεό ακόμα όχι μόνο για τη ζημιά μου αλλά και για ψυχική οδύνη, Πρωτοχρονιάτικα μέσα στη βροχή στη μέση του πουθενά. «Τρισκατάρατα σκουπίδια θα σας δείξω εγώ που θα με ξεκάνετε, τόσα διόδια και τέλη σας πληρώνω» σκεφτόμουν αδιάκοπα ενώ ένα ντελίριο θυμού με κατέκλυζε καθώς είχε αρχίσει ήδη να μουσκεύει και το εσωτερικό του παντελονιού μου.

Στεκόμουν κάτω από τη βροχή και σκεφτόμουν κάθε βήμα προσεκτικά με μια λυσσαλέα αγανάκτηση. Όταν κατέληξα στο τι θα έπρεπε να γίνει σε γενικές γραμμές άρχισα να ψάχνω το τηλέφωνο του ασφαλιστή μου προκειμένου να πράξει τα δέοντα. Αλλά ευτυχώς πριν τον καλέσω, έπεσε το μάτι μου στο ρολόι που έδειχνε 03:10. Κοντοστάθηκα και άρχισα να σκέφτομαι τι είδους άνθρωπος, γκρινιάρης και στριμμένος θα έπαιρνε κάποιον τέτοια ώρα βράδυ Πρωτοχρονιάς για κάτι τέτοιο: αμφιβάλλω αν κι ο ίδιος ακόμα ο δύστροπος και φιλάργυρος Σκρουτζ που δείχνουν στις τηλεοράσεις αυτές τις μέρες θα έκανε κάτι τέτοιο. Κι ενώ εξοργίστηκα ακόμα περισσότερο που η φονική λακκούβα μου προξενεί και ενοχές, αποφάσισα να μην σπάσω από την πρώτη κιόλας μέρα του χρόνου την υπόσχεσή μου. Μπορεί να μου κοστίσει κάτι παραπάνω, αλλά δεν θα μου κολλήσουν εμένα τη ρετσινιά! Απλά διερωτώμαι κατά καιρούς: είμαι γκρινιάρης εγώ, μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα ή μόνον εγώ τα παίρνω στα σοβαρά;

Γελοιογραφίες: http://www.tanea.gr & http://www.allvoices.com/cartoons