Ben l’Oncle Soul – Ben l’Oncle Soul (2010)

Ben l’Oncle Soul ή Uncle Ben ή θείος Μπεν. Αν κάπου πηγαίνει το μυαλό σας, έχετε απόλυτο δίκιο, αφού έμπνευση για την καλλιτεχνική ονομασία του νεαρού (γεννηθείς το 1984) Γάλλου Benjamin Duterde αποτέλεσε η γνωστή φιγούρα του αμερικανικού ρυζιού Uncle Ben! Κι όμως, είναι αλήθεια… Γεννημένος στην πόλη Tours, έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα στο χώρο το 2004 όταν και εντάχθηκε στο δυναμικό της Fitiavana Gospel Choir. Το 2009 κυκλοφόρησε ο πρώτος δίσκος της χορωδίας με κλασικά soul κομμάτια. Το 2010 βρίσκει τον Duterde με ένα συμβόλαιο από το γαλλικό παράρτημα της Motown Records και… ιδού το αποτέλεσμα.

Συνέχεια

Advertisements

Τα χουλιγκάνια της (κουτής) χαράς.

Το να σου αρέσει το ποδόσφαιρο δεν είναι αμαρτία. Μπορεί να είναι αμαρτία να παίρνουν τόσα λεφτά άνθρωποι που κλωτσάνε μια μπάλα, αλλά αυτό είναι μια καθαρά άλλη συζήτηση. Άμα σου αρέσει το ποδόσφαιρο, είναι σχεδόν μοιραίο πως θα γίνεις και υποστηρικτής ενός εγχώριου συλλόγου. Θα χαίρεσαι με τις νίκες του, θα κατσουφιάζεις με τις αποτυχίες του, όλα πάντως το μέτρο της λογικής και της σοβαρότητας. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τον εαυτό μου σαν το πιθήκι κρεμασμένο στα κάγκελα να ωρύομαι και να χάνω τα λογικά μου με την στραβοκλωτσιά του οποιουδήποτε.

Έτσι λοιπόν, μου αρέσει κι εμένα το ποδόσφαιρο και δεν νιώθω κανένα λόγο να ντρέπομαι γι αυτό. Μοιραία υποστηρίζω και μιαν ομάδα, που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Ολυμπιακός. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου, ένα μοιραίο βράδυ χειμώνα του 2004 αν δεν με απατά η μνήμη μου, που τρέχαμε με τον αγαπητό μου φίλο και συμπάσχοντα Νικόλα με ένα σακατεμένο παπάκι στην άλλη άκρη της πόλης προκειμένου να κρατήσουμε στα χέρια μας το Championship Manager (μετέπειτα Football Manager) της σεζόν 2003-2004. Σ’ αυτό το ηλεκτρονικό παιχνίδι λοιπόν, με συντονισμένη και επίπονη προσπάθεια, με χρηστή διαχείριση, γευτήκαμε με τον συν-ασθενή Νικόλα μεγάλες χαρές. Πήραμε πρωταθλήματα, κύπελλα, πήραμε αστέρες της μπάλας, μελλοντικά πουλέν και γκανιάν και φυσικά, πήραμε και το Champion’s League. Και μάλιστα όχι μια φορά, αλλά αρκετές περισσότερες και (σωστά μαντέψατε), τις περισσότερες από αυτές με τον Ολυμπιακό. Απερίγραπτες χαρές, οι μυημένοι θα με καταλάβουν.

Η ενασχόλησή μας με το συγκεκριμένο παιχνίδι δεν ήταν τυχαία. Είναι ένα παιχνίδι χαλαρό, που δεν απαιτεί να βγάλεις ούτε έντεκα δάχτυλα για να το παίξεις, ούτε να πάθεις κράμπες στα υπάρχοντα. Επίσης σου επιτρέπει να ακούς μουσική και να πιάνεις και την ποδοσφαιρική κουβέντα και ανάλυση. Πάνω απ’ όλα όμως, σου προσφέρει τη δυνατότητα να χαίρεσαι για την ομάδα, χωρίς να χρειάζεται να πηγαίνεις στο γήπεδο! Διότι απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου η κατάσταση στα γήπεδα ήταν πάντα η ίδια: τυφλωμένα χουλιγκάνια που κάνουν ντου ακόμα κι όταν έχουν κερδίσει (!!!), προέδρους-ρεντίκολα, παίκτες-ανδρείκελα, παράγοντες-μπράβους, σεκιουριτάδες-οπαδούς που φυγαδεύουν ταραξίες, κοτόπουλα που αμολιόνται στα γήπεδα και όλα αυτά τα όμορφα που ζήσαμε προχθές και ζούμε το τελευταίο διάστημα. Τέτοια, το παιχνίδι δεν έχει. Μόνο καμιά φορά έχει κάτι τυφλούς διαιτητές που μου έχουν κοστίσει πρωταθλήματα, αλλά το όλο θέμα λήγει ως παρατήρηση στην ανάλυση του παιχνιδιού, δεν είναι αυτοί θέμα ανάλυσης ούτε πρώτη είδηση στα δελτία για τον ξυλοδαρμό τους. Ούτε οι πρόεδροι, ούτε οι παράγοντες, ούτε τα χουλιγκάνια, μόνο εσύ, η οικονομική πραγματικότητα και η ομάδα.

Δεν είναι φυσιολογικό να συζητιέται στα κεντρικά δελτία ειδήσεων επί 15 λεπτά και βάλε ένα ντέρμπυ και δη η κουβέντα να γίνεται για τα εντός του αγωνιστικού χώρου εξόφθαλμα διαιτητικά παραπτώματα και τα εκτός του αγωνιστικού χώρου γρονθοκοπήματα, προπηλακισμούς, λεονταρισμούς κάθε είδους εμπλεκομένου. Ακόμα χειρότερα, δεν είναι δυνατόν να καμώνονται όλοι πως δεν ξέρουν, δεν είδαν και δεν άκουσαν τίποτα. Κάμερες υπάρχουν, έλεγχοι υπάρχουν, γνωστές φάτσες είναι πάνω κάτω σε αυτούς που πρέπει να είναι εκείνοι που συνήθως προκαλούν όλα αυτά που έχουν απομακρύνει τον υγιή κόσμο από το άθλημα. Γιατί δεν τιμωρείται κανένας; Διότι η πολιτεία, προφανώς, δεν θέλει. Γιατί δεν σταματούν; Διότι όλοι οι πρόεδροι αγαπούν τον οπαδικό στρατό τους και τη δύναμη που τους δίνει και γιατί στο κάτω κάτω κανείς δεν τους αναγκάζει να κάνουν κάτι διαφορετικό. Η πολιτεία κοιμάται σε έναν βαθύ και ύποπτο ύπνο (παρεμπιπτόντως, κάτι θέματα με τον ΟΠΑΠ έχουν ανοίξει τώρα τελευταία) και κανείς δεν πιέζει κανέναν προκειμένου να γίνουν ουσιαστικά βήματα. Οι τρόποι είναι γνωστοί, ας πάρουμε και κανένα μάθημα από τους Αγγλοσάξονες που έχουν επιλύσει προ καιρού οξύτερα αντίστοιχα προβλήματα. Η ανοχή του καθενός μας αφήνει ένα πρόβλημα που βολεύει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τόσο τον παρανομούντα, όσο και τον ελεγκτή του. Κι επιπλέον, τους πληρώνουμε κιόλας (έχει σκανδαλίσει τους πάντες το κόστος της αστυνόμευσης του πρόσφατου αγώνα ΠΑΟΚ-ΟΣΦΠ, με άνδρες της αστυνομίας να φτάνουν με τις μηχανές φορτωμένες στο τρένο στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να αποτρέψουν ενδεχόμενη σύρραξη), αντί να τους χρεώνουμε τις υπερωρίες τον ΜΑΤ στο κόκκαλο: όσο πιο πολλούς χρειάζονται, τόσο γεωμετρικά να αυξάνει το κόστος. Και βλέπουμε μετά! Αλλά όχι και να τους πληρώνω!

Ξενέρωσα με τον εαυτό μου το πρωί που με έπιασα να σιχτιρίζω στο γραφείο ακόμα για τα προχθεσινά μετά τις επιτακτικές υπενθυμίσεις αντίπαλων φιλάθλων και οπαδών (λιγότερο επιθετικοί οι μεν, έξαλλοι οι δε). Ξενέρωσα, γιατί όταν ήρθε μια κοπέλα τρέμοντας περίπου και ζητούσε το διευθυντή διότι «έχω δυο παιδία και ψάχνω μια οποιαδήποτε δουλειά να κάνω γιατί δεν θα έχω να τα ταΐσω, καθώς με απέλυσαν πριν 4 μέρες», εμείς ασχολούμασταν με τα καραγκιοζιλίκια. Ξενέρωσα όταν μπήκα να διαβάσω τα νέα της ημέρας και διαπίστωσα πως ενώ ήμουν καλά πληροφορημένος για το που ήταν ο Κατσουράνης όταν μπήκε το γκολ και τι είπε ο Μαρινάκης, δεν είχα ενημερωθεί για τους 200 νεκρούς στην εξέγερση της Λιβύης, δεν είχα νεότερα για την κακή κατάσταση της υγείας των απεργών πείνας μεταναστών, ούτε καν για το τόσο δημοφιλές τελευταία μέγεθος του δημοσίου χρέους.

 

Μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε λίγο με τι ασχολούμαστε; Μήπως να αναρωτηθούμε με τι μας θέλουν να ασχολούμαστε; Μήπως να προβληματιστούμε για την ανισομεγέθη πληροφόρηση γύρω από τα πραγματικά τεκταινόμενα; Μήπως να ασχοληθούμε λίγο με την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων; Μήπως να απεργήσουμε και να διαδηλώσουμε την Τετάρτη, αντί να πλακωνόμαστε στα γήπεδα; Μήπως να περιμένουμε να τελειώσει η ευτελής καλοκαιρινή επιθεώρηση που ονομάζεται ελληνικό ποδόσφαιρο προτού ξανασχοληθούμε μαζί του; Μέχρι τότε, υπάρχει και το Manager. Και μου ζητάει η Bayern τον Kramaric και δεν ξέρω τι να κάνω. Είναι πολλά τα λεφτά…

Γελοιογραφίες: http://www.tanea.gr

Grinderman – Grinderman (2007), Grinderman2 (2010)

Grinderman, ή αλλιώς ο Nick Cave και η «νέα» μπάντα του. Το σχήμα δημιουργήθηκε το 2006 με πρωτοβουλία του Cave και σύμπραξη των Martyn Casey, Warren Ellis και Jim Sclavunos (όλοι τους βασικά μέλη της προηγούμενης μπάντας του The Bad Seeds) και αφορμή υπήρξε το διάστημα κατά το οποίο έγραφε τη μουσική για τον διπλό δίσκο του Abattoir Blues / The Lyre Of Orpheus που κυκλοφόρησε το 2004. Η άναρχη και θορυβώδης κληρονομιά του παρελθόντος του Cave είναι σαφές πως δεν τον εγκατέλειψε ποτέ και έχοντας βαρεθεί να γράφει το υλικό μόνος και να το προβάρει με τη μπάντα, θέλησε να δημιουργήσει ένα σχήμα στο οποίο η μουσική, οι στίχοι, οι ρυθμοί θα δουλεύονται ομαδικά, με ηχητικούς πειραματισμούς και αλληλεπίδραση. Έτσι, το 2006 δημιουργήθηκαν οι Grinderman και ο πρώτος τους δίσκος κυκλοφόρησε την αμέσως επόμενη χρονιά.

Συνέχεια

Ο βιασμός ενός βατράχου (είναι τα αρσενικά κατώτερα όντα;)

Ο φίλος Varth μου έδειξε τις προάλλες αυτό το βίντεο. Και με το που το είδα οφείλω να ομολογήσω πως έπεσα από την καρέκλα από τα γέλια. Ο τύπος είναι μερακλής και το απολαμβάνει, δίνοντας ειλικρινά παράσταση, καταγοητευμένος από τα κάλλη (ή τη χρησιμότητα) του βατράχου. Ο βάτραχος (αν ζει) είμαι βέβαιος πως υποφέρει και πως το θέαμα στα μάτια κάποιων μπορεί να φαίνεται σαν «ωμή» βία, πλην όμως δεν μπορεί παρά να ομολογήσει κανείς πως το θέαμα είναι ακαριαία ένεση γέλιου.

Η οπτική ομοιότητα όμως με το είδος και το ιλαρό της κατάστασης με έβαλαν να σκέφτομαι αν η χρόνια κατηγορία των γυναικών έναντι των αρσενικών πως είναι κατώτερα όντα, υποταγμένα στα πιο συμπλεγματικά αρχέγονα ένστικτα, τελικά ευσταθεί. Χίλια επιχειρήματα η κάθε πλευρά, αντιδικίες και διαξιφισμοί, ώστε να έρθει ο χαλαρότατος φίλος πίθηκος, μερακλής από τους λίγους ο συγκεκριμένος, με λυμένα τα προβλήματα και τα ψυχολογικά του ώστε να δείξει πως τελικά ίσως κάποια πράγματα να έχουν να κάνουν και με την κληρονομιά μας. Τώρα που το σκέφτομαι, πολλούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει και συνειδητά τους είχα κατατάξει στην κατηγορία του πιθηκοειδούς, θα μπορούσα να τους φανταστώ πρωταγωνιστές αντί του τριχωτού συγγενή! Λέτε τελικά να έχουν δίκιο;

Beirut – Gulag Orkestar (2006), The Flying Club Cup (2007), March Of The Zapotec (2009)

Οι Beirut είναι το σχήμα που έχει δημιουργήσει ο Αμερικανός Zach Condon. Ο Condon, μολονότι γεννηθείς μόλις το 1986, έχει ήδη προλάβει να ταξιδέψει στην Ευρώπη, αφού έφυγε από το σπίτι του στην ηλικία των 17 ετών προκειμένου να έρθει στη Γηραιά Ήπειρο. Κατά την παραμονή του εδώ, ήρθε σε επαφή με τη βαλκανική και τσιγγάνικη μουσική και γοητεύτηκε από καλλιτέχνες όπως ο Goran Bregovic. Αυτό το γεγονός φαίνεται πως επέδρασε καταλυτικά και στη διαμόρφωση της μουσικής αισθητικής και έκφρασής του.

Συνέχεια

Imam Baildi – Imam Baildi (2007), Cookbook (2011)

Οι Imam Baildi είναι το σχήμα που έχουν δημιουργήσει τα αδέλφια Λύσανδρος και Ορέστης Φαληρέας. Πρωτοεμφανίστηκαν στα μουσικά δρώμενα με τον ομώνυμο δίσκο τους που κυκλοφόρησε το 2007. Τους είχα δει και live σαν support συγκρότημα σε κάποια συναυλία (δεν θυμάμαι ποια) και μου είχαν τραβήξει την προσοχή με την ιδέα τους να επαναφέρουν στο σήμερα κομμάτια ξεχασμένα στο ελληνικό μουσικό παρελθόν, με έναν τρόπο που να μην ακούγεται απλά γραφικός. Βέμπω, Χιώτης και Τσιτσάνης έχουν επενδυθεί με σύγχρονους ρυθμούς και προσμίξεις, προσπαθώντας να δώσουν έναν τελικό ήχο στα πρότυπα διαφόρων σύγχρονων αναβιώσεων, όπως για παράδειγμα οι πολύ επιτυχημένες συλλογές της Verve, ή μιας αισθητικής παρόμοιας με το Play του Moby. Σαν πρώτη προσπάθεια οφείλω να ομολογήσω πως έχει κάποιες αδυναμίες, λίγο μικρότερη ομοιογένεια απ’ ότι θα ήταν το ιδανικό. Πλην όμως, ήταν από τους πρώτους που τολμούσαν να εκθέσουν στο κοινό μια τέτοια προσπάθεια και ως εκ τούτου προκαλούσαν το ενδιαφέρον. Παρέμενα όμως διστακτικός απέναντι στην προσπάθεια, μήπως και αποδειχθεί εγχείρημα χωρίς συνέχεια, παράγωγο της μόδας της εποχής και μόνο.

Συνέχεια