Virtual Democracy (βράχυ-μέσο-μακροπρόθεσμα)

   Την ώρα που η παραιτηθείσα και εκ κωλοτούμπας επανασυσταθείσα κυβέρνηση των, ακροβατών με τα όρια της δημοκρατικής ανοχής, σοσιαλιστών υποθήκευε το μέλλον και την περιούσια της χώρας χωρίς κανένα εχέγγυο επιτυχίας της μπούρδας του δημοκρατικότατου μονόδρομου που μας τσαμπουνάνε τόσον καιρό, ψηφίζοντας το Μεσοπρόθεσμο σχέδιο διάσωσης, οι Ευρωπαίοι ηγέτες έπαιρναν βαθιές ανάσες αγαλλίασης διότι πολύ είχαν αγχωθεί και στεναχωρηθεί με το αβέβαιο μέλλον μας. Μπορεί να τους ενδιαφέρει και το ευρώ, αλλά μείζονος σημασία είναι ότι η Griechenland πειθάρχησε και εξασφάλισε το μέλλον της.

Aris Messinis-AFP-Getty Images

   Ταυτόχρονα, έξω από το Κοινοβούλιο όπου οι εθνοπατέρες μας ξιφουλκούσαν για το ποιος θα μας πρωτοσώσει, λίγα πράγματα θύμιζαν ακόμα δημοκρατικό καθεστώς. Πιστοί στο ραντεβού τους, που έχει οριστεί καθώς φαίνεται μετά την 15.06.2011 και για τις περιστάσεις γύρω στις 13:30, ΜΑΤ και κουκουλομπάχαλοι τρομοκρατούσαν τον κόσμο, προκαλώντας οι μεν και ανοίγοντας κεφάλια με τα γκλοπ τους, καταστρέφοντας οι δε και ανοίγοντας κεφάλια με τις πέτρες τους. Δεν ξέρω μόνον αν ίσως ο Πάγκαλος κρυφογελούσε κοιτάζοντας έξω από τα παράθυρα της Βουλής, διότι μπορεί να μην ήρθαν τα τανκς, ήρθαν όμως οι εξελιγμένοι γενίτσαροι Robocop με το πλήθος των ληγμένων πυρομαχικών τους να αντικαθιστούν τις ερπύστριες και το βαρύ πυροβολικό. Τι να κάνουμε, οι καιροί αλλάζουν και εξελίσσονται τα μέσα, όσο κι αν ο κύριος Πάγκαλος μπορεί να θυμάται διάφορα πράγματα από την παιδική του ηλικία με νοσταλγία, όπως ίσως τα παραμύθια του παππού του.

Aris Messinis-AFP-Getty Images

   Εκτός λοιπόν της εκτός δημοκρατικής ανοχής διαδικασία που εξελισσόταν στην Βουλή, μια αντίστοιχη εξελισσόταν ακριβώς έξω από αυτήν, με τα όργανα της τάξης να δείχνουν σε κάθε ευκαιρία πόσο καλοί έχουν γίνει στο σχεδιασμό και την εκτέλεση επιχειρήσεων μαζικής καταστολής αλλά και το άθλημα της ρίψης φιαλιδίων ευεργετικών αερίων αλλά και ψυχαγωγικών κροτίδων. Special αθλήματα αυτά, μέρες που είναι… Έτυχε όμως να βρίσκομαι στο Σύνταγμα σε μια στιγμή που τα χημικά έπεφταν βροχή, ακόμα και στο ύψος των εισόδων του Μετρό, με το ραδιόφωνο να μεταδίδει ζωντανά μαρτυρίες εκπροσώπων των εργαζομένων αλλά και λοιπών επωνύμων πως η κατάσταση είναι φρικτή εντός του Μετρό , πως χημικά μπαίνουν και πνίγουν ασφυκτικά τον κόσμο, πως δεν μπορούν να μετακινήσουν τραυματίες και άλλα τέτοια όμορφα και δημοκρατικά και την ίδια στιγμή να παίζουν και δήλωση του Βενιζέλου ο οποίος έλεγε πως δεν συμβαίνει τίποτε από οα αυτά και πως όποιος θέλει μπορεί να μετακινηθεί ελεύθερα με το Μετρό. Ίσως να είχε και δίκιο, δεν ήμουν μέσα γα να ξέρω, αλλά βέβαια δεν γινόταν λόγος για το πώς θα μπορούσε να φθάσει κανείς μέχρι εκεί, ανάμεσα σε καπνούς και κοτρόνες… (οι παρακάτω φωτογραφίες είναι από το σημείο επάνω από την πλατεία όπου φαίνονται οι καπνοί των δακρυγόνων που έχουν πέσει στην πλατεία στο ύψος των εισόδων του Μετρό, ενώ και το video από το site της Ελευθεροτυπίας είναι αδιάψευστος μάρτυρας).

John Kolesidis-Reuters

Παράλληλα όλοι οι ρεπόρτερ, του ΣΚΑΙ συγκεκριμένα, είχαν να καταγγείλουν και από ένα περιστατικό απρόκλητης αστυνομικής βίας, επωνύμως και με μάρτυρες, αλλά την ίδια στιγμή ο εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ υποστήριζε πως τίποτα από όλα αυτά δεν έχει συμβεί, ή το πολύ πολύ να ήταν μεμονωμένα περιστατικά. Όταν κανείς αρνείται την πραγματικότητα, δεν μπορείς να αποδείξεις ότι ο γάιδαρος δεν πετάει ούτε ασφαλώς πως δεν είσαι ελέφαντας, ενώ σίγουρα δεν μπορείς να τον πείσεις πως σύμπτωση που επαναλαμβάνεται, παύει να είναι σύμπτωση. Ποια περιθώρια συνεννόησης έχεις με κάποιον που βλέπει τις εικόνες παντού, αλλά βλέπει άλλα πράγματα; Όπως πως τα ΜΑΤ δεν έκαναν ποτέ έφοδο στο Μετρό. Φυσικά, δεν μπήκαν μέσα, έφτασαν όμως στο κεφαλόσκαλο κι εκεί μπορεί να τους έπεσε ένα χημικό, που ίσως κύλισε, μπορεί και να το τράβηξε κανείς εγκάθετος το φιαλίδιο με μαγνήτη ώστε να συκοφαντήσει τα παιδιά του λαού, τα’ αδέρφια μας τους ΜΑΤατζήδες. Διότι δεν φταίει ο ρίψας το δακρυγόνο ΜΑΤατζής, ούτε το φιαλίδιο, φταίει ο καπνός που πέραν από κάθε λογική και αυτοβούλως εξαπλώθηκε και (ποιος να το περιμένει;) εισχώρησε στο Μετρό, πνίγοντας τον κόσμο. Και η συνάθροισης άνω των δύο ατόμων είναι διαδήλωση, ενώ ο ασθενής είναι στο γύψο, θα προσέθετα εγώ… (Δείτε κι άλλες τέτοιες ομορφιές στη σελίδα της Ελευθεροτυπίας)

   Virtual Reality….

Louisa Gouliamaki-AFP-Getty Images

Advertisements

Βία επί «ακραίους» και «απλούς», του Αυγουστίνου Ζενάκου

(σημείωμα αναδημοσίευσης: Δεν έχω αναδημοσιεύσει ποτέ μέχρι τώρα αυτούσιο κάτι  που έχει γράψει κάποιος άλλος (κυρίως διότι δεν μου αρέσει να οικειοποιούμαι τη δουλειά κάποιου άλλου), αλλά η μαρτυρία και το βίντεο που δημοσιεύει ο Αυγουστίνος Ζενάκος στο thepressproject.gr αποτελούν αν μη τι άλλο, μια χρήσιμη μαρτυρία. Διαβάζω λοιπόν:)

Του Αυγουστίνου Ζενάκου

Ήταν στο μπλόκο μπροστά στην οδό Ακαδημίας, χθες, γύρω στις έντεκα το πρωί. Μια ηλικιωμένη κυρία, μαντεύω την ηλικία της στα εβδομήντα πάνω κάτω, διέσχισε τη μικρή απόσταση ανάμεσα στους διαδηλωτές και στους παραταγμένους άνδρες των ΜΑΤ και στάθηκε εκεί, κρατώντας την τσάντα της.

«Τριακόσια σαράντα ευρώ σύνταξη» είπε στον αστυνομικό. Έδειξε προς τη Βουλή: «Κι εσύ φυλάς αυτούς; Ντροπή σου!»

Λίγο αργότερα, σε άλλο μπλόκο, λίγο πιο πάνω, ένας κύριος γύρω στα πενήντα, από τις φυσιογνωμίες που θα ταίριαζαν στο «παλιό» Κολωνάκι, εξηγούσε σε κάπως υψηλούς τόνους σε μια άλλη διμοιρία ΜΑΤ:

«Εγώ, ως ένας, έχω δικαίωμα να πάω όπου θέλω. Το Σύνταγμα μού το αναγνωρίζει αυτό το δικαίωμα. Λοιπόν, εγώ θέλω να πάω εκεί.» Έδειξε το απέναντι πεζοδρόμιο, της Βασιλίσσης Σοφίας, αυτό που ορίζει τη Βουλή. «Γιατί με εμποδίζετε; Χώρα μου δεν είναι; Γιατί μου απαγορεύετε να περπατήσω ελεύθερα στο έδαφός της; ΓΑΔΑ; Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε. Ποιος είναι αυτός ο Γαδάς; Δεν ξέρω κανέναν Γαδά. Εγώ θέλω να πάω απέναντι.»

Κανένας από τους δύο δεν ήταν αυτό που θα περίμεναν να δουν όσοι έχουν πείρα από πορείες και διαδηλώσεις. Πιο πολύ ανήκαν σε εκείνη τη νεφελώδη κατηγορία συνανθρώπων μας που όταν θέλουμε να την ορίσουμε, χρησιμοποιούμε ανακριβή επίθετα όπως «μέσος» ή «απλός».

Δεν ξέρω, φυσικά, τι σημαίνει «μέσοι», «απλοί» άνθρωποι. Είμαι βέβαιος, ωστόσο, για ακριβώς τούτο: είχαν αγανακτήσει με την αστυνομία που τους εμπόδιζε να κινηθούν, που τους θύμιζε πως οι εντολοδόχοι τους, οι εκπρόσωποί τους, έχουν ανάγκη προστασίας, μιας προστασίας που κοστίζει αμύθητα ποσά και απαιτεί χιλιάδες πάνοπλους άνδρες – και όχι από κάποιον μοναχικό τρελό που αποφάσισε ξαφνικά ότι μισεί κάποιον στην τηλεόραση αλλά από αυτούς τους ίδιους, τους πολίτες, τους ψηφοφόρους.

Λίγο αργότερα, τα κυρίαρχα ΜΜΕ, ελεύθερα από την απεργία των δημοσιογράφων που ανεστάλη εκείνες τις ώρες περίπου, παρουσίαζαν μια μάλλον διαφορετική εικόνα: τα «άκρα» συγκρούονται, η Αθήνα καίγεται ξανά, βορά των «γνωστών-αγνώστων», που ανήκουν πλέον είτε στην άκρα Δεξιά είτε στην άκρα Αριστερά αλλά πάντως προκαλούν ταραχές, πρώτα μεταξύ τους κι ύστερα με την αστυνομία που δεν μπορεί, λογικά, να τους κοιτάζει άπραγη να σφάζονται και να καταστρέφουν. Το είπε και ο εκπρόσωπος Τύπου της αστυνομίας σε συμπαθή ραδιοφωνικό σταθμό: η ΕΛΑΣ προστάτευε τους ειρηνικούς διαδηλωτές από τα ακραία στοιχεία που για άλλη μια φορά είχαν παρεισφρήσει – μα τι ηλίθιοι αυτοί οι ειρηνικοί διαδηλωτές! – στις τάξεις τους.

Δεν υπάρχει λόγος να αρνείται κανείς την ύπαρξη ακραίων – όσο ανοιχτός και δυσερμήνευτος κι αν είναι στην πραγματικότητα ο χαρακτηρισμός. Ας πούμε, λόγου χάρη, πως υπάρχουν αυτοί που θεωρούν καλή ιδέα να ξεκινήσουν να κοπανάνε κάποια στιγμή ένα ΑΤΜ. (Μολοντούτο, κάθε φορά που κατεβαίνω σε διαδήλωση και περνώ έξω από το αστυνομικό τμήμα στη γωνία Ιπποκράτους και Καλλιδρομίου, θαυμάζω τους ευειδείς νέους με τα ατίθασα μαλλιά, τα σκουλαρίκια και τα μαύρα μπουφάν που πίνουν καφέ κάνοντας αστεία με τους ένστολους συναδέλφους τους…) Αλλά οι ακραίοι δεν είναι το θέμα. Μην συντηρούμε άλλο αυτή την πλάνη και μην αφήνουμε να μας εξαπατούν – οι ακραίοι δεν ήταν ποτέ το θέμα.

Το γεγονός είναι πως κάποιοι – είτε ασφαλίτες, γεγονός που έχει πλειστάκις προκύψει από καταγραφές και μαρτυρίες, είτε πράγματι «ακραίοι» (ας δεχτούμε, χάριν της συζήτησης, ότι και οι δύο ομάδες εκπροσωπούνται υγιώς) – ξεκίνησαν καυγά πρώτα μεταξύ τους, στο μπλόκο της οδού Κριεζώτου και μετά στη λεωφόρο Αμαλίας, και ύστερα με την αστυνομία, στην Αμαλίας, στην οδό Καραγιώργη Σερβίας και στην οδό Νίκης.

Κι ύστερα;

Ύστερα, άκουσα τη φωνή από το τηλέφωνο: «Είν’ εγκληματίες…» Σίγουρα δεν μπορώ να περιγράψω πώς είναι όταν ακούς κάποιον να υποφέρει έτσι. Φώναζα: «Είσαι καλά; Είσαι καλά;» Είχα πια αποκλειστεί, δεν μπορούσα να φτάσω εγκαίρως εκεί όπου ήταν η φωνή – δικού μου, αγαπημένου ανθρώπου – κι ας την άκουγα να πνίγεται, μια ασφυξία τρομερή, σαν να προσπαθούσε εκείνη την ώρα ένας εφιαλτικός βασανιστής με μια ράσπα να διορθώσει τον λάρυγγα της συνομιλήτριάς μου.

Η αστυνομία είχε επιτεθεί στην Πλατεία Συντάγματος. Οι συγκεντρωμένοι κάθονταν εκείνη την ώρα κάποιοι στο γρασίδι και τραγουδούσαν, άλλοι χόρευαν, όταν είδαν τα πρώτα δακρυγόνα να πέφτουν ανάμεσά τους. Ανάμεσά τους. Μέσα στο ειρηνικό πλήθος. Τα δακρυγόνα έμοιαζαν για ώρα να έρχονται από το πουθενά – ήταν τόσα πολλά – αλλά καθώς το δέρμα αρχίζει να καίει και δεν μπορεί κανείς πια να αναπνεύσει και πονάει, πολλοί από τους συγκεντρωμένους βρήκαν την απίστευτη δύναμη να καθίσουν εκεί, να μην φύγουν, να μην αφήσουν την Πλατεία.

Τους βομβάρδισαν κοντά δυο ώρες. Χωρίς λόγο. Χωρίς πρόκληση. Με μια ασύμμετρη, τερατώδη βία, με αέρια, με δηλητήρια, πάνοπλοι εναντίον άοπλων για άλλη μια φορά.

Κι αμέσως μετά έκαναν την εμφάνισή τους οι ομάδες ΔΙΑΣ. Τους είδα να κατεβαίνουν την οδό Σταδίου, όρθιοι πάνω στις μηχανές με τα γκλοπ υψωμένα, σαν να φαντασιώνονταν ότι έπαιζαν κάποιου είδους πόλο με τα κεφάλια των διαδηλωτών. Μπροστά μου μπήκαν στην οδό Χρήστου Λαδά και άρχισαν μανιασμένα να σπάνε ένα μαγαζί, σαν να αναζητούσαν κάποιον μανιακό δολοφόνο αλλά δεν ήταν κανένας εκεί, απλώς τα έσπασαν και ξαναέφυγαν με τις μοτοσυκλέτες τους. Φωνές από τη Σταδίου: «Γιατί μας χτυπάτε; Γιατί μας χτυπάτε;» Ξεκίνησα να τους ακολουθώ από μακριά, ήταν δύσκολο να τους φωτογραφίσω, δεν είμαι φωτογράφος, τελικά τα παράτησα και κοιτούσα. Έφερναν γύρω την Πλατεία Κλαυθμώνος και χτυπούσαν. Ο κόσμος απορούσε. Δεν είχε, φαίνεται, «ακραίους» εκεί.

Για να ξεκαθαρίζουμε, λοιπόν: οι «ακραίοι», είτε είναι ασφαλίτες είτε κρετίνοι με ιδεολογία, δεν είναι παρά πρόσχημα. Τα πολλά, τα συντριπτικά περισσότερα θύματα της βίας της ελληνικής αστυνομίας είναι οι άλλοι, αυτοί που τραγουδούσαν, που φώναζαν συνθήματα, που παίρνουν σύνταξη 340 ευρώ, που δεν γνωρίζουν ποιος είναι ο κύριος Γαδάς.

Και το μόνο θετικό – αν μπορεί κανείς να επιστρατεύσει αυτή τη λέξη σε μια περίσταση τέτοιας αναίτιας βίας – είναι ότι εκείνοι οι άνθρωποι για τους οποίους επιστρατεύουμε τα ανακριβή επίθετα «μέσος» και «απλός», το συνειδητοποίησαν χθες αυτό το γεγονός σε όλη του την ειδεχθή έκταση. Σαν να το ήξεραν από πριν, άλλωστε: η ταραχή της ηλικιωμένης κυρίας και του μεσόκοπου κυρίου μπροστά στον απρόσωπο παραλογισμό των ΜΑΤ, μοιάζει να προμήνυε την ετυμηγορία του δρόμου: αφήστε μας πια με τους «ακραίους», ένοχη είναι η αστυνομία αλλά κυρίως οι πολιτικοί της εντολείς, αυτοί που πρόδηλα θέλησαν να ξεριζώσουν όσους διαμαρτύρονται από την Πλατεία Συντάγματος, τις ίδιες ώρες που ο Πρωθυπουργός μάς υπέβαλλε σε άλλον έναν εξευτελισμό.

Πώς ξέρουμε την ετυμηγορία; Ήταν κλεισμένη μέσα στη φωνή: «Είν’ εγκληματίες…» Μέσα στις κραυγές: «Γιατί μας χτυπάτε;»

Βία επί «ακραίους» και «απλούς».

Τσίρκο…

 

Έχω πολύ πονοκέφαλο από τα χημικά και τα καμμένα πλαστικά και σκουπίδια της πλατείας Συντάγματος. Πονοκέφαλο που επιδείνωσαν τα γέλια μου, ακούγοντας τον GAP (όνομα και πράγμα) και το διάγγελμά του. Κι επειδή ακόμα τσούζουν τα μάτια μου και δεν είμαι για πολλά,  μόνο με ένα κομματάκι σαν κι αυτό θα μπορούσα να εκφράσω το τι πιστεύω μια τέτοια στιγμή για το τσίρκο που λέγεται πολιτική ζωή του τόπου… Μετά τα επικίνδυνα λιοντάρια, πάντα βγαίναν οι κλόουν, τουλάχιστον στα τσίρκα που η μάνα μου με πήγαινε μικρό. Αν θεωρήσουμε σαν λιοντάρια τα προβοκατόρικα μπαχαλάκια ή τους αξιαγάπητους ένστολους καταστολείς, το ποιος είναι ο κλόουν προκύπτει αβίαστα…

Moloko – Do You Like My Tight Sweater (1995), I Am Not A Doctor (1998), Things To Make And Do (2000), Statues (2002)

Οι Moloko δημιουργήθηκαν το 1994 στο Sheffield του Ηνωμένου Βασιλείου ως προϊόν της συνεργασίας της άγνωστης μέχρι τότε Roisin Murphy και του μουσικού παραγωγού Mark Brydon. Η Murphy προσέγγισε τον Brydon σε κάποιο πάρτι, εκείνος διέκρινε την ταλαντούχα περίπτωσή της και οι δυο τους δημιούργησαν το σχήμα των Moloko. Το πρώτο άλμπουμ των Moloko κυκλοφόρησε το 1995 και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του ήχου της ηλεκτρονικής σκηνής που επικρατούσε στην εποχή και που ωστόσο παραμένει επίκαιρος, κυρίως λόγω της εκλεκτικότητάς και της ευφυΐας στη σύνθεσή του (χάρη στον έμπειρο Brydon), αλλά και εξαιτίας της χαρακτηριστικής φωνής και ξεχωριστής ερμηνείας από τη Murphy. Ο δίσκος συνδυάζει στοιχεία που έχουν συγγένειες με τον ήχο των Massive Attack ή των Portishead, αλλά καθώς διαπνέεται από ένα πιο funk και χορευτικό πνεύμα, δημιουργεί ένα ευχάριστο περιβάλλον προκειμένου να αφεθεί κανείς στη σαγήνη και την ερμηνευτική δεινότητα της Murphy. Συνέχεια