Τρέχοντας

aceKAaAni

Τελευταία η ζωή μου συνοψίζεται στο παραπάνω σκίτσο. Δεν θέλω να γκρινιάξω, δεν θέλω να μιλήσω κι εγώ για τα ανθρωπίνως αυτονόητα, για τη μιζέρια και την ανέμπνευστη ζωή, για την καμένη γενιά (γενιές), στην οποία έχω την τιμή να ανήκω… Κάποτε είχα διαβάσει πως ευτυχισμένος είναι εκείνος ο οποίος ζει στις ιστορικά πιο αδιάφορες εποχές… Τέλος πάντων!

Επειδή όμως τελευταία (μετά από πολύ καιρό) ακούω αρκετή μουσική, θέλησα να συνεχίσω να μοιράζομαι αυτά που κάνουν εντύπωση με όποιον τυχαίνει να διαβάζει το ιστολόγιο αυτό. Όμως πλέον δεν προλαβαίνω συνήθως να γράφω τις προσωπικές μου σκέψεις, (δεν έχω καταφέρει να εφεύρω περισσότερο χρόνο) και γι’ αυτό αποφάσισα να παραπέμπω σε όποια κριτική τυχαίνει να βρίσκω πιο αντιπροσωπευτική. Άλλωστε υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν αυτήν τη δουλειά πολύ καλύτερα και πληρέστερα από μένα. Γι’ αυτό λοιπόν θα προτιμήσω αυτό το μοντέλο από την πλήρη αποχή!

Βλέπετε, ο τρόπος με τον οποίον έχω εξοικονομήσει χρόνο από την καθημερινότητά μου για μια τόσο πολυτελή, πλέον, ασχολία όπως η ακρόαση μουσικής, έχει να κάνει με το περπάτημα (ή τρέξιμο, όπως θέλει το βλέπει κανείς). Έχω προσπαθήσει να αντικαταστήσω την αγαπημένη μου μοτοσυκλέτα με τη χρήση των ποδιών μου και είμαι αρκετά τυχερός η δουλειά μου να απέχει μόλις μισή ώρα περπάτημα από το σπίτι. Μισή να πας, μισή να ‘ρθεις, να τος ο ένας δίσκος ημερησίως! Βέβαια, για να μην το παίζω και ξύπνιος, είναι μια διαδικασία λίγο «η ανάγκη, φιλοτιμία», καθώς δεν είναι και ιδεώδες να περπατάς σε θορυβώδεις λεωφόρους πρωινιάτικα με τα λεωφορεία να σε λούζουν μαυρίλα, αλλά λίγο η μοτοσυκλέτα που είναι παλιά και καίει ένα σκασμό, μια η οικονομία από το γυμναστήριο που δεν χρειάζεται (και φυσικά δεν προλαβαίνω) να πάω, ιδού: εφευρέθηκε χρόνος!

Καλή μας διασκέδαση λοιπόν, διότι σήμερα χρειάζεται ίσως περισσότερο από ποτέ. Η φτώχια θέλει τέχνη άλλωστε!

Advertisements

Τα νεύρα μου

 

Έχω τα νεύρα μου. Τα πολιτικά νεύρα μου, τα κοινωνικά νεύρα μου, τα νεύρα των γύρω μου, τα προσωπικά νεύρα μου. Έχω τα νεύρα της τσέπης μου, που καθώς δεν έχει δει μήτε ευρώ μήτε δραχμή εδώ και 10 μήνες, κάθε φορά που βάζω το χέρι μέσα της, εκείνη με δαγκώνει. Έχω τα νεύρα των παραγωγικών μου χρόνων που χάνονται εξαιτίας μιας κουλτούρας της οποίας δεν υπήρξα ποτέ οπαδός και συμμέτοχος. Και καθώς έχω τα νεύρα μου, δεν μπορώ ούτε να ακούσω μουσική, ούτε να παρακολουθήσω τηλεόραση, ούτε να βγω έξω (εδώ φταίει και η συμπεριφορά της τσέπης μου), ούτε να μιλήσω, ούτε να συζητήσω, ούτε τίποτα. Θέλω απλά να έχω τα νεύρα μου και ουαί και αλλοίμονο σε όποιον μου τα ερεθίσει κιόλας.

Γι’ αυτό μου αρέσει αυτό το κομμάτι. Γιατί κι αυτός έχει τα νεύρα του. Μάλλον ο Αγγελάκας πάντα είχε τα νεύρα του, γι’ αυτό και τον εκτιμούσα κι εγώ πάντα, μολονότι δεν έχω εξετάσει σοβαρά τη δουλειά του. Αλλά ο Αγγελάκας είναι σε καλύτερη θέση από μένα διότι έχει βρει έναν παραγωγικό τρόπο να διοχετεύει τα νεύρα του. Μέχρι να βρω κι εγώ κάτι αντίστοιχο λοιπόν, σας προτείνω (ειδικά στους ομοιοπαθείς) να ακούσετε το κομμάτι, ειδικά το πρωί της 17ης Ιουνίου.

Ο θάνατος του μισθωτάκου

Σήμερα συμπληρώνονται αισίως τρεισήμισι μήνες που δουλεύω «εθελοντικά». Η επιχείρηση στην οποία απασχολούμαι βρίσκεται στο χειρότερο σημείο της ιστορίας της και συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι να έχουμε ξεχάσει τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι «εθελοντές» συνάδελφοι το τι σημαίνει μισθός. Οι διοικούντες ζητούν υπομονή και υπόσχονται τραπεζικά δάνεια (αυτήν την εποχή…!) και αποπληρωμή μόνον εφόσον φύγουν περίπου οι μισοί, «εθελοντικά» πάντα. Ο ένας στους δύο κερδίζει…  Κι ενώ είχα υποσχεθεί από μικρός στον εαυτό μου πως αν ποτέ μου συμβεί κάτι ανάλογο, δεν θα δούλευα για κανέναν απλήρωτος και θα έφευγα την επόμενη μέρα, αυτόν τον καιρό, με την πραγματική ανεργία άνω του 25%, δεν μπορώ να βρω με κανέναν τρόπο μια διέξοδο. Κι έτσι καταπάτησα ήδη μια βασική, προσωπική μου υπόσχεση, γνωρίζοντας μια βαθιά προσωπική ήττα.

http://www.tanea.gr

Ο απλήρωτος, είναι ειδική κατηγορία εργατικού δυναμικού και φορολογουμένου: ενώ οι τσέπες μου κοντεύουν να αδειάσουν από το τρίψιμο μπας και ξεφυτρώσει κανένα ευρώ, σαν το τζίνι, την ίδια ώρα δεν είμαι άνεργος και άρα δεν έχω περίοδο χάρητος από τις τράπεζες. Καθώς δεν είμαι άνεργος, δεν παίρνω επίσης επίδομα ανεργίας, οπότε χρήματα (έστω και αυτά τα γελοία του εξευτελιστικού επιδόματος) δεν μπαίνουν από πουθενά. Παράλληλα, δεν μπορώ να υπαχθώ σε καμιά ρύθμιση προς εφορίες ή λοιπών χαρατσιών (ΔΕΗ π.χ.), ενώ θα φορολογηθώ επί του συνόλου του εισοδήματος μου (άσχετα αν τελικά θα το εισπράξω ποτέ και πότε), επομένως πρέπει με κάποιον τρόπο ή να εφεύρω λεφτά, ή να γίνω κλέφτης (η επιλογή της δεύτερης δουλειάς δεν έχει ευδοκιμήσει μέχρι τώρα) μόνο και μόνο για να έχω πολυτέλειες όπως το ηλεκτρικό ρεύμα. Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο ψυχολογίας, η κουβέντα μιας συναδέλφου μου είναι ενδεικτική: «δεν μπορώ πια να κουβεντιάσω με κανέναν άλλον εκτός από εσάς. Έχω βαρεθεί να εξηγώ σε όλους που (άλλοι από ειλικρινές ενδιαφέρον, άλλοι από κουτσομπολιό και άλλοι από μοχθηρία) ρωτάνε, τι ακριβώς συμβαίνει εδώ και να με λυπούνται. Κι έχω επίσης βαρεθεί να σκέφτομαι συνεχώς, με μονομανία, το τι θα γίνει εδώ πέρα και πως θα βγάλω το μήνα. Μαζί, μόνο μ’ εμάς εδώ θέλω να κουβεντιάζω, μόνο εσείς με καταλαβαίνετε».

antistachef.wordpress.com

Στην αρχή έκανα υπομονή: «τόσος κόσμος έχει δυσκολίες στη δουλειά του, μέρες που είναι», «δώσε λίγο πίστωση χρόνου, δεν είναι καιρός να ψάχνεις για δουλειά τώρα, δεν υπάρχει τίποτα», «ακόμα κι αν βρεις μια δουλειά, θα παίρνεις τα μισά λεφτά» και άλλα τέτοια γυρνούσαν και συνεχίζουν να γυρνούν μες στο μυαλό μου, αλλά και στα χείλη όλων, γνωστών και φίλων. Ήδη από το καλοκαίρι δεν πήγα διακοπές διότι το έβλεπα να έρχεται (αυτό όμως σημαίνει πως και το μυαλό δεν έχει ξαλεγράρει καθόλου), έκανα κομπόδεμα όσο μου επιτρέπει ο μισθός μου, θυμήθηκα τα φοιτητικά μου χρόνια και τα γεύματα «μακαρόνια, κέτσαπ και τυρί» κι ετοιμάστηκα στο μέτρο του δυνατού για τις κακουχίες. Έτσι κι αλλιώς, υπομονή είχα μάθει να κάνω και με τις εξελίξεις «σοκ και δέος» και στο πεδίο της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης της χώρας της φαντασίας που ζω, υπομονή και συμπίεση έναντι του παραλόγου και στις δυο αυτές πλευρές του βίου μου.

http://www.tanea.gr

Το κλίμα βάρυνε με τον καιρό, με τους πρώτους συναδέλφους να φεύγουν «εθελοντικά», τα εργασιακά να αλλάζουν καθημερινά επί τα χείρω, το ξύλο να πέφτει με τα μανίας στους δρόμους, την ακροδεξιά να συμμετέχει σε κυβερνητικά σχήματα κι εμένα να μην μπορώ να σκεφτώ, να μην έχω διάθεση να μιλήσω σε άνθρωπο και να παρακολουθώ βουβός τα τεκταινόμενα, μετρώντας προσεκτικά τα ευρώ στις τσέπες και τους λογαριασμούς μου, εφαρμόζοντας αυστηρό πλάνο περικοπής δαπανών. Κόπηκε κάθε έξοδος, αναβλήθηκαν όλες οι αγορές, το σέρβις του αυτοκινήτου και η καμένη του λάμπα που ήθελα να του αλλάξω. Κόπηκε η τυρόπιτα στη δουλειά, κάθε έξοδο που περίσσευε «κουρεύτηκε», μέχρι και η βενζίνη περιορίστηκε: το καθημερινό πηγαινέλα το κάνω με τα πόδια πλέον κι έχω πείσει και τον εαυτό μου πως είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για γυμναστική (αφού δεν μπορώ να πληρώνω το γυμναστήριο πλέον έτσι κι αλλιώς).

http://www.tanea.gr

Σταδιακά όμως και με αφορμή διάφορα, φαινομενικά ασήμαντα καθημερινά επεισόδια, η υπομονή άρχισε να εξαντλείται και η ψυχολογία να κλονίζεται. Το πρώτο επεισόδιο χρονολογείται από την εποχή που τα σκουπίδια έπνιγαν τους δρόμους της Αθήνας (ένας αιώνας μου φαίνεται πως έχει περάσει μέσα στο δικό μου, διπλά συμπυκνωμένο χρόνο): έχοντας σηκώσει μόλις το τελευταίο πενηντάρικο του ενός λογαριασμού μου, είχα μόλις πάει στο σούπερ μάρκετ προκειμένου να α ανανεώσω σε πολεμοφόδια. Όταν λοιπόν στην επιστροφή, σκαρφαλώνοντας πάνω από το λοφάκι των σκουπιδιών που είχε κλείσει την είσοδο της πολυκατοικίας, παραπάτησα και μου έφυγε μια σακούλα με τα τρόφιμα του τελευταίου πενηντάρικου, κατέρρευσα. Έβλεπα τα τελευταία γάλατα που αγόρασα να βρίσκονται ανάμεσα στα σκουπίδια κι έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται να τα πάρει από εκεί ανάμεσα σαν να μην τρέχει τίποτα. Φαντάστηκα την εικόνα που βλέπω κάθε πρωί τις τελευταίες εβδομάδες: τους λογής μετανάστες να γυρνούν σαν εξαθλιωμένα φαντάσματα με τα καρότσια τους στους δρόμους της Αθήνας και να μαζεύουν χιλιοσκουριασμένα σιδερικά για ανακύκλωση ανάμεσα στα βουνά των σκουπιδιών, θυμήθηκα τους αντίστοιχους Αργεντίνους (με τη μόνη διαφορά πως εκεί ήταν χαρτί εκείνο που μάζευαν) και προσπάθησα να φανταστώ την εικόνα του εαυτού μου να ψαρεύω γάλατα μέσα από τα σκουπίδια. Αρνήθηκα να μπω στην εικόνα και βρίζοντας θεούς και δαίμονες συνέχισα την κατάβαση της σκουπιδοπλαγιάς.

antistachef.wordpress.com

Το δεύτερο περιστατικό συνέβη πριν μια δυο εβδομάδες. Προσπαθούσε να μπει στην πολυκατοικία ένας από τους ταχυδιανομείς μιας γνωστής πιτσαρίας. Ανατολικοευρωπαίος φαινόταν στα χαρακτηριστικά, με καλή, ευγενική φάτσα. Του άνοιξα και μπήκαμε κι οι δυο, πηγαίνοντας προς το ασανσέρ για τον τρίτο όροφο εκείνος, για τον τέταρτο εγώ. Καθώς λοιπόν μπήκαμε στο ασανσέρ και οι μυρωδιές της λαχταριστής πίτσας μας τρύπησαν τη μύτη, γυρνάει με ένα εγκάρδιο χαμόγελο το παλικάρι και μου λέει: «πάντως είναι φοβερές αυτές οι πίτσες, μου έχουν σπάσει τη μύτη! Πόσο θα ‘θελα να φάω μια ολόκληρη…». Γέλασα κι εγώ συμφωνώντας καθώς και τα δικά μου ρουθούνια είχαν αιχμαλωτιστεί από τις ξεχασμένες μυρωδιές, ενώ το στομάχι μου ήδη ανταποκρινόταν αυτόματα. «Καλά θα ‘ταν…», του απάντησα κι εγώ ενώ τον καληνύχτιζα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να τιθασεύσω το αυτονομημένο στομάχι μου. Όταν πια επέστρεψα σπίτι μου, έδωσα μάχη πραγματική με τον εαυτό μου προκειμένου να μην υποκύψω στον πειρασμό και να ξοδέψω τα 12 ευρώ που κόστιζε η πίτσα, έτσι για να βγάλω το άχτι μου.

http://www.tanea.gr

Το τρίτο περιστατικό, που μου έδωσε και τη χαριστική βολή συνέβη την περασμένη Πέμπτη, ανήμερα της επετείου του Πολυτεχνείου. Την προηγούμενη το βράδυ με είχε πάρει ο υδραυλικός τηλέφωνο πως του ακυρώθηκε μια δουλειά που είχε στο κέντρο της Αθήνας και πως μπορούσε στη θέση της να βάλει εμένα. Επειδή το να βρεις καλό και τίμιο υδραυλικό είναι πιο δύσκολο κι από το να ψάχνει νευροχειρουργό, δεν το σκέφτηκα καθόλου και του έκλεισα χωρίς δεύτερη κουβέντα ραντεβού. Έτσι, την Πέμπτη ήρθε το παλικάρι να μου ξηλώσει το μισό μπάνιο προκειμένου να αλλάξουμε τις μεγαλύτερης ηλικίας από εμένα σωληνώσει που είχαν διαρροή. Όμως, στο μικρό και υπό προετοιμασία συγκατοίκησης διαμέρισμά μου, δεν πρόλαβα να μαζέψω σχεδόν τίποτα πριν έρθει ο υδραυλικός, με αποτέλεσμα το σπίτι μετά την επίσκεψή του να μοιάζει με την πλατεία Συντάγματος μετά την τελευταία πορεία. Αφού εξόφλησα τον υδραυλικό και κατεβάσαμε τα μπάζα, επέστρεψα σπίτι για να αντικρύσω το χάος: τα δυο μου χάσκοντα, άδεια πορτοφόλια κι ένα σπίτι που έμοιαζε με οικοδομή. Μελαγχόλησα με το τέλος των χρημάτων, αλλά διατήρησα προσωρινά την ψυχραιμία μου, επικεντρωνόμενος στο σχέδιο αποκατάστασης του σπιτιού σε μια βιώσιμη κατάσταση. Όταν όμως το σχέδιο αυτό αποκάλυψε την αναγκαιότητα μιας σκούπας χειρός, την οποία και δεν είχα, τότε να νεύρα μου σπάσανε σε όσα κομμάτια είχε σπάσει και το μωσαϊκό στο μπάνιο μου πρωτύτερα. Χαϊδεύοντας το τελευταίο μου δεκάευρω στην τσέπη της φόρμας μου, δεν μπορούσα να διανοηθώ πως θα το ξόδευα για να αγοράσω μια σκούπα χειρός. Για την ακρίβεια δεν μπορούσα να διανοηθώ πως είχα φτάσει στο σημείο να μην μπορώ να αγοράσω κάτι τόσο ασήμαντο και ευτελές, όπως μια σκούπα χειρός. Κάθισα απογοητευμένος επάνω στα μπάζα και άναψα το τρίτο τσιγάρο της ημέρας προσπαθώντας να ηρεμήσω το κεφάλι μου και τα μηνίγγια μου που κόχλαζαν. Φαντάστηκα τον εαυτό μου να αγοράζει σκούπα χειρός από το σούπερ μάρκετ πληρώνοντας με πιστωτική και με έπιασαν μοχθηρά, ακατάσχετα γέλια. Δεν έχω αισθανθεί ποτέ φτωχότερος. Δεν έχω νιώσει ποτέ πιο απελπισμένος…

Γιορτινές υποσχέσεις (άμα δεν σε πάει…)

Το τέλος της προηγούμενης χρονιάς με βρήκε να δίνω υποσχέσεις στον εαυτό μου, με κυριότερη να κόψω την γκρίνια. Φυσικά εγώ υποστηρίζω πως δεν γκρινιάζω, αλλά ασκώ «δρυμία κριτική» σε θέματα που μου δυσκολεύουν τη ζωή ή που βρίσκω παράλογα. Η αλήθεια είναι βέβαια πως είναι πολλά αυτά τα πράγματα κατά τη δική μου αντίληψη, οπότε με μια κίνηση αβρότητας είπα να θεωρήσω πως ο χαρακτηρισμός μου ως γκρινιάρη που μου αποδίδεται από γνωστούς και φίλους ίσως να έχει και μια βάση, οπότε κάπως έτσι προέκυψε και η υπόσχεσή μου αυτή. Έτσι λοιπόν, φόρτωσα μπαγκάζια και υποσχέσεις στο αυτοκινητάκι μου και ξεκίνησα για τα πάτρια εδάφη ενόψει των εορτών, αποφασισμένος να χαλαρώσω, να ηρεμήσω και να μην χαλάσω και πολλά λεφτά, εναρμονιζόμενος πλήρως με το γενικότερο κλίμα.

Το αυτοκινητάκι μου λοιπόν είναι για μένα καινούργιο, μολονότι μεταχειρισμένο εγώ το πήρα. Ήταν το πρώτο ταξίδι που θα έκανα μαζί του και είχα μια φυσιολογική αγωνία για το αν όλα βαίνουν καλώς αλλά και τρομερή χαρά για το παρθενικό του ταξίδι. Ιδανικές συνθήκες αν μη τι άλλο για να ξεχαστείς και να χαρείς λίγο. Επειδή δεν μετακινούμαι πολύ με το αμάξι στη ζούγκλα της Αθήνας, του είχα κάνει πολύ λίγα χιλιόμετρα και είχα ξεχάσει να του βάλω και βενζίνη. Ξεκίνησα και έψαξα το πρώτο βενζινάδικο όπου και ζήτησα ευγενικά από τον πρατηριούχο να μου το γεμίσει αφού το ταξίδι για τα πάτρια εδάφη είναι μακριά. Περίμενα εγώ, γέμιζε αυτό, έτρεχαν τα ευρώ… Στα 50 λίτρα σταμάτησε, 80 ευρώ μου ζήτησε ο συμπαθής υπάλληλος (ήτοι 1,60€/λίτρο) και μάτωσε η τσέπη μου! Πολύ βενζίνη παίρνουν τα μοντέρνα τα αμάξια… Θυμήθηκα δε πως όταν είχα κατέβει για πρώτη φορά από το «χωριό» στην πρωτεύουσα, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’90, γέμιζα το παπάκι μου με 0,36€ ή 124 δρχ./λίτρο (ως μπατιράκι φοιτητικό το είχα ψάξει πολύ γι’ αυτό και θυμάμαι μέχρι και το βενζινάδικο) και με έπιασε μια μελαγχολία. Αλλά επειδή κι αυτό γκρίνια μου το χρεώνουν, είπα να σταματήσω να σκέφτομαι τα πάντα με αριθμούς, έστω κι αν εν τέλει σήμερα τα νούμερα πάσης φύσεως είναι αυτά που μας καταδιώκουν, και να ευθυμήσω για τη συνέχεια του ταξιδιού. Εξάλλου η πολλή βενζίνη φτάνει και για πολλά χιλιόμετρα, είχε και καλό καιρό!

Οδηγούσα λοιπόν ήρεμα και συντηρητικά, με το μάτι πιο πολύ καρφωμένο στον «μετρητή στιγμιαίας κατανάλωσης» του αμαξιού (φοβερή εφεύρεση) παρά στο δρόμο (γίνεται εμμονή και μπορεί να γίνει και επικίνδυνο…) και προσέχοντας τα νούμερα να κρατιούνται χαμηλά. Τέτοια ήταν η καλή μου η διάθεση που πλήρωσα και τα διόδια παρωδία της εθνικής οδού κωμωδίας που φτάνει μέχρι την Πάτρα. Φυσικά στη διαδρομή γλίτωσα από 3-4 μετωπικά, καθότι όλοι οι οδηγοί-κουβάδες με τις τεράστιες SUVάδες τους οδηγούν αμόρφωτα και φασιστικά σαν να μην υπάρχει αύριο, νομίζοντας ότι οδηγούν Playstation. Κι ενώ οδηγούσα με την προσοχή μου διχασμένη ανάμεσα στα νούμερα της κατανάλωσης και τους κρετίνους τριγύρω μου, αναλογιζόμουν πόσο σοβαρό έγκλημα είναι η ευκολία και η διαφθορά με την οποία δίνεται μια τόσο ισχυρή μέθοδος επιβολής της βούλησης ενός ατόμου έναντι κάποιου άλλου, ίσως η ισχυρότερη στην καθημερινότητά του (ίσως ακόμα και ανάλογη με την οπλοκατοχή), όπως η δυνατότητα να οδηγεί. Αν μη τι άλλο, αν ένας οδηγός είναι ανίκανος ή κρετίνος «Ελληναράς», μπορεί και να ξεκληρίσει 2-3 σπίτια στην καθισιά του. Αλλά γκρινιάζω πάλι…

Να μην τα πολυλογώ, μετά από πολύ υπομονή, ακόμα περισσότερη προσοχή και υπερβολικά έξοδα έφτασα επιτέλους στη γενέθλια γη μου. Χαιρέτησα τους γονείς μου, τα είπαμε, χάιδεψα τις γάτες και αφού ξεφόρτωσα το αμάξι, άνοιξα το laptop να ελέγξω τα mail μου. Αλλά δίκτυο ουδέν. Με τις βροχές και τις καταιγίδες φαίνεται πως στην ελληνική Άγρια Δύση τα δίκτυα προβληματίζονται, η δε ανταπόκριση του ΟΤΕ, για κλάματα ειλικρινά: 4 μέρες προσπαθούσα να βγάλω άκρη με τους λεβέντες, αλλά φως ουδέν. Έφυγα και ακόμα με παίρνουν τηλέφωνο. Το χειρότερο δεν ήταν η δική μου αναστάτωση της καθημερινότητας και της δουλειάς μου, αλλά ενώ πήγαινα στο πατρικό μου αποφασισμένος να εξηγήσω κάποια από τα μυστικά του διαδικτύου στον πατέρα μου (τουλάχιστον να ενημερώνεται λίγο πιο πολύπλευρα), είδα τον «ποιοτικό» αυτό χρόνο με τον πατέρα μου να καταρρέει. «Άντε τώρα να του εξηγήσεις από απόσταση πώς να κάνει bookmark κάτι που του αρέσει ή τι είναι το skype και πώς να το χρησιμοποιεί» σκεφτόμουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά όταν μου είπε η ίδια μου η μάνα να σταματήσω να γκρινιάζω, αποφάσισα να διαγράψω το ζήτημα και το έριξα στο διάβασμα μπροστά στο αναμμένο τζάκι, πίνοντας κρασιά. Μια χαρά!

Μία όμως η ζέστη, μία τα κρασιά, έφτασε το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς και δεν είχα καμιά απολύτως όρεξη ούτε να κουνηθώ ούτε να εορτάσω. Μου άρεσε όπως χαλάρωνα για 3-4 μέρες και δεν είχα διάθεση να το χαλάσω αυτό για τίποτα. Για να μην στεναχωρήσω όμως το σόι μου, υποσχέθηκα στους γονείς μου ότι θα πάω να τους βρω στο σπίτι που είμαστε καλεσμένοι. Αφού έφυγαν έκανα κι εγώ το μπάνιο μου, ντύθηκα κομψά και κατά τις 23:00 αποφάσισα να παραβρεθώ κι εγώ στις εορταστικές εκδηλώσεις. Φάγαμε τα εξαιρετικά εδέσματα, ήπιαμε με μέτρο εκλεκτό κρασί ιδιοπαραγωγής, κατόπιν επιδόρπιο και στην αλλαγή του χρόνου καθένας μας ήπιε και από ένα ποτηράκι αφρώδους οίνου. Άλλαξε λοιπόν ο χρόνος, φιληθήκαμε και ανταλλάξαμε ευχές για καλή πρόοδο στους μικρότερους και για καλή αποκατάσταση (άντε και με μια καλή νύφη) στους μεγαλύτερους, χαρήκαμε και ευθυμήσαμε γενικώς, οπότε και ήρθε η ώρα της τσόχας. Μιας κι εγώ προτιμούσα την κουβέντα και το χαζολόγημα, αισθάνθηκα άβολα να μετράω ξανά νούμερα και να υπολογίζω χρήματα. Για να μην αρχίσω να γκρινιάζω όμως, αποφάσισα να αποχωρήσω διακριτικά μιας και η επίλυση στομαχικών διαταραχών λόγω πολυφαγίας των ημερών δεν άφηνε και πολλά περιθώρια διαπραγματεύσεων.

Άμα όμως δεν σε θέλει… Στο δρόμο για το σπίτι λοιπόν, πρώτες ώρες του νέου χρόνου υπό βροχή, οδηγούσα το (άδειο πια από βενζίνη) αυτοκινητάκι μου , ώσπου επάνω σε μια στροφή αισθάνομαι ένα δυνατό τράνταγμα και κρότο και αμέσως μετά την αποσταθεροποίηση του αμαξιού. Αφού το συμμάζεψα ξαφνιασμένος (αν ερχόταν κάποιος από απέναντι, μετωπική), αισθανόμουν και άκουγα το ολοκαίνουργιο λάστιχο μου σκασμένο. Έκανα στην άκρη προκειμένου να διαπιστώσω αρχικά τί συμβαίνει και εν συνεχεία πώς συνέβη. Βρέθηκα να κοιτάζω μια σπασμένη ζάντα και ένα κομμένο λάστιχο, ήτοι περίπου 350€ ζημιά. Ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στα μηνίγγια! Πήρα έναν φακό και πηγαίνοντας ανάποδα το δρόμο άρχισα να ψάχνω τι ήταν αυτό που με βρήκε. Αφού προσπέρασα το σημείο δυο φορές μέσα στον θεοσκότεινο δρόμο και υπό βροχή, τελικά ανακάλυψα στη μέση μιας στροφής μια λακκούβα (γεμάτη νερό φυσικά…) με βάθος τουλάχιστον 20 πόντους. Εάν έπεφτε μοτοσυκλέτα εκεί αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να τη γλυτώσει.  Αμέσως άρχισα να βράζω από θυμό και από το μυαλό μου περνούσαν χίλιες σκέψεις. Να μείνω εδώ που είμαι, να βγάλω φωτογραφίες, να πάρω τον ασφαλιστή, να στείλει εμπειρογνώμονα, να κάνω μήνυση και στο Θεό ακόμα όχι μόνο για τη ζημιά μου αλλά και για ψυχική οδύνη, Πρωτοχρονιάτικα μέσα στη βροχή στη μέση του πουθενά. «Τρισκατάρατα σκουπίδια θα σας δείξω εγώ που θα με ξεκάνετε, τόσα διόδια και τέλη σας πληρώνω» σκεφτόμουν αδιάκοπα ενώ ένα ντελίριο θυμού με κατέκλυζε καθώς είχε αρχίσει ήδη να μουσκεύει και το εσωτερικό του παντελονιού μου.

Στεκόμουν κάτω από τη βροχή και σκεφτόμουν κάθε βήμα προσεκτικά με μια λυσσαλέα αγανάκτηση. Όταν κατέληξα στο τι θα έπρεπε να γίνει σε γενικές γραμμές άρχισα να ψάχνω το τηλέφωνο του ασφαλιστή μου προκειμένου να πράξει τα δέοντα. Αλλά ευτυχώς πριν τον καλέσω, έπεσε το μάτι μου στο ρολόι που έδειχνε 03:10. Κοντοστάθηκα και άρχισα να σκέφτομαι τι είδους άνθρωπος, γκρινιάρης και στριμμένος θα έπαιρνε κάποιον τέτοια ώρα βράδυ Πρωτοχρονιάς για κάτι τέτοιο: αμφιβάλλω αν κι ο ίδιος ακόμα ο δύστροπος και φιλάργυρος Σκρουτζ που δείχνουν στις τηλεοράσεις αυτές τις μέρες θα έκανε κάτι τέτοιο. Κι ενώ εξοργίστηκα ακόμα περισσότερο που η φονική λακκούβα μου προξενεί και ενοχές, αποφάσισα να μην σπάσω από την πρώτη κιόλας μέρα του χρόνου την υπόσχεσή μου. Μπορεί να μου κοστίσει κάτι παραπάνω, αλλά δεν θα μου κολλήσουν εμένα τη ρετσινιά! Απλά διερωτώμαι κατά καιρούς: είμαι γκρινιάρης εγώ, μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα ή μόνον εγώ τα παίρνω στα σοβαρά;

Γελοιογραφίες: http://www.tanea.gr & http://www.allvoices.com/cartoons

Χαμηλές πτήσεις (αλλεργία στην ταχύτητα)

Πάντα είχα ένα θέμα με τα αεροπλάνα, κυρίως βέβαια στις πτήσεις εσωτερικού που διαρκούν λίγο. Όχι πως τα φοβάμαι, κάθε άλλο: οι στατιστικές δείχνουν πως είναι το ασφαλέστερο μέσο μεταφοράς, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την εναλλακτική της οδήγησης στους ελληνικούς δρόμους. Το πρόβλημά μου έχει να κάνει κυρίως με την ταχύτητά τους. Ξύπνησα μια χαρά, όμορφα και ωραία στο χωριό την Τετάρτη το πρωί, ήπια τον καφέ μου παίζοντας με τις γάτες του σπιτιού στον φρέσκο και καθαρό αέρα της εξοχής, ευλογία! Κατόπιν, πήρα την βαλίτσα μου και κίνησα συνοδεία του πατέρα μου για το αεροδρόμιο. Η πτήση έφευγε στις 07:25 και μετά την απαραίτητη καθυστέρηση, έφτασε στην Αθήνα στις 08:30. Λίγο αργότερα, κατά τις 10:00 ήμουν ήδη στο γραφείο, αντιμέτωπος με τη ρουτίνα και τις στοίβες των χαρτιών έτοιμες να με καταπιούν.

Δεν μπορούσα με τίποτα να συνειδητοποιήσω αυτό που μου συνέβαινε. Εντάξει, σίγουρα έχω τις κακές μου που έφυγα από την εξοχή για την πόλη, σίγουρα το μυαλό μου κοντεύει να γίνει μελάτο με τον καύσωνα να μην σε αφήνει να πάρεις πνοή, αλλά αυτό που συμβαίνει με το αεροπλάνο, αλλού να ξυπνάς και αλλού να βρίσκεσαι μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, είναι κάτι που δεν μπορώ εύκολα να χωνέψω. Διότι τουλάχιστον, όταν ταξιδεύεις με άλλο μέσο, ο χρόνος που διαρκεί το ταξίδι είναι και χρόνος προσαρμογής στη νέα κατάσταση, ταξιδεύεις και το καταλαβαίνεις, το σκέφτεσαι βρε παιδί μου. Κι αν αλλάξεις και γνώμη (όταν οδηγείς), κάνεις μεταβολή και… μην τον είδατε! Τάσεις φυγής; Ίσως να φταίει η άμμος που ακόμα δεν έχει βγει από τα παπούτσια…

Λιώνοντας στην πόλη… (Ιούλιος στην Αθήνα)

Έχει πάει πια δώδεκα το βράδυ. Τα μάτια μου έχουν μπουχτίσει να ασχολούνται με τα ίδια και τα ίδια (μέχρι και το Μουντιάλ, μόνο το βλέπω, δεν τολμώ να το ακούσω με τις βουβουζέλες να σου τρυπούν το τύμπανο), ενώ και τα αυτιά μου έχουν βρωμίσει αφόρητα από το θόρυβο της πόλης. Όπου γης κακό, η πυροσβεστική, η αστυνομία και το ασθενοφόρο κάτω από το δικό μου σπίτι περνάνε, ενώ ταυτόχρονα και ελέω της ζέστης οφείλω να έχω ανοικτά, μην σκάσω στο άνθος της νιότης μου. Δεν συμπαθώ το κλιματιστικό, αισθάνομαι σαν τρόφιμο(ς) στο ψυγείο που δεν πρέπει να χαλάσει. Κάνοντας την προσωπική μου επανάσταση, επιλέγω να βγω εκτός ψυγείου και ας χαλάσω (εξάλλου το ηλεκτρικό ζεματάει την τσέπη εκτός των άλλων, οπότε η ανάγκη γίνεται φιλότιμο, μετά το τελευταίο κατοστάευρω του διμήνου).Το αποτέλεσμα είναι να νιώθω πως συγκατοικώ στο ίδιο σπίτι με το μισό κέντρο της πόλης, μιας πόλης που όταν πιάνουν οι ζέστες γίνεται ασφυκτική.

Είναι παρήγορο τουλάχιστον να βλέπεις, ως αποτέλεσμα αυτής της ιδιότυπης σχέσης που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα σε μένα και το δρόμο, πως δεν είσαι ο μόνος που ζορίζεται όταν οι ζέστες σφίγγουν σε τούτη την πόλη, ειδικά σε μια χρονική συγκυρία όπως αυτή. Όλος ο κόσμος είναι σε αγωνιώδη κατάσταση, τσακώνεται παντού για ψύλλου πήδημα, συμπεριφέρονται σαν να ζουν δίχως αύριο. Και ο Ιούλιος συγκεκριμένα είναι ο χειρότερος μήνας. Μαζεύουν όλοι τις δουλειές τους για τότε, τρέχει όλος ο κόσμος να κλείσει εκκρεμότητες προκειμένου να φύγουν όλοι μαζί τον Αύγουστο, πλημμυρίζοντας τα διάφορα θέρετρα και καθιστώντας εκεί το βίο αβίωτο. Διακοπές καταναγκασμού που απογειώνουν το κόστος (η προσφορά και η ζήτηση είναι βασικοί καθημερινοί κανόνες), σε μια ακόμα δυσεξήγητη ελληνική πατέντα. Όλοι βιάζονται τον Ιούλιο, με τα αυτοκίνητά τους, στη δουλειά τους, περπατώντας, γενικώς τα πάντα είναι σαν να πηγαίνουν με μια ταχύτητα πάνω. Εν μέσω θέρους και αποπνικτικών θερμοκρασιών σε μια βρομερή πόλη χωρίς διεξόδους, όλοι τρέχουν για να προλάβουν το αυγουστιάτικο καράβι.

Τρέχω κι εγώ μαζί με όλους, όλο και περισσότερο τελευταία. Κι επειδή και οι διέξοδοι είναι λίγες και εξαιρετικά χρονοβόρες, πολλές φορές μένεις εγκλωβισμένος για μεγάλα διαστήματα ανάμεσα στα πυρωμένα τσιμέντα της μεγαλούπολης.  Εκεί, το στοίχημα είναι να διατηρήσεις τα λογικά σου έναντι των παράλογων που πληθαίνουν στην καθημερινότητα και να προσπαθήσεις να περάσεις όσο το δυνατόν πιο αναίμακτα την άθλια αυτή περίοδο. Η διάθεση αγγίζει θερμοκρασία κλιματιστικού εν πλήρη λειτουργία και όπως αυτό αρρωσταίνει το κορμί (όλοι οι υπάλληλοι γραφείου είναι συναχωμένοι καλοκαιριάτικα), έτσι και η διάθεση αυτή η τόσο αταίριαστα με το κλίμα ψυχρή, αρρωσταίνει το πνεύμα. Έτσι λοιπόν θα περιμένω κι εγώ να κυλίσει λίγο ο καιρός, ελπίζω αβίαστα όπως κυλάει καθημερινά ο ιδρώτας, μπας και αλλάξουν τα πράγματα και επανέλθει λίγο η διάθεση, πριν παραδώσω πνεύμα από θερμοπληξία μετά υπερκοπώσεως. Ήδη βλέπω ειδυλλιακά οράματα…

Σκορδαλιά και μπακαλιάρος.

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Ξύπνησα σήμερα μαχμουρλής και κατσούφης. Τελευταία δεν μπορώ να χορτάσω ύπνο, συνέχεια νυστάζω. Έτσι και σήμερα με το ζόρι τράβηξα το κορμί μου από το κρεβάτι, μολονότι δεν είχα κάτι συγκεκριμένο να το κάνω, ίσως απλά για να με πείσω ότι ξύπνησα και δεν κοπροσκυλιάζω. Πήγα λοιπόν στο μπάνιο να ρίξω λίγο νερό στα μούτρα μου και κατόπιν γραμμή στην κουζίνα να φτιάξω καφέ.  Όπως κάθε φορά που χρειάζεσαι κάτι όσο τίποτε άλλο, έτσι και τώρα ένα καθαρό φλιτζάνι για καφέ ήταν πολυτέλεια. Έβαλα λοιπόν την ποδιά μου, λοξοκοιτώντας την καφετιέρα και ετοιμάστηκα να δώσω τη μάχη με τη στοίβα των άπλυτων που είχαν μαζευτεί στο νεροχύτη μου. Ευτυχώς τουλάχιστον, μπροστά από τη βρύση έχει ένα μικρό παραθυράκι που βλέπει ανάμεσα στα τσιμέντα και δυο σπιθαμές δρόμου και χαζεύεις ενώσω παλεύεις με το θεριό. Άνοιξα λοιπόν όλο στωικότητα το παραθυράκι κι έβρεξα το σφουγγάρι.

Καθώς λοιπόν μια μυρωδιά από την κουζίνα της από πάνω μου διαμένουσας καλής νοικοκυράς και προκομμένης μαγείρισσας κατέκλυσε την κουζίνα μου, ένιωσα ένα άγχος να κατακλύζει εμένα και όσο δυνάμωνε η μυρωδιά, τόσο μεγάλωνε η δικιά μου αγωνία. «Έχω αργήσει για την παρέλαση», ήταν το μόνο πράγμα που περνούσε από το μυαλό μου και ασυναίσθητα κοίταξα το ρολόι μου, σκεφτόμενος ταυτόχρονα που έχω βάλει τα μαύρα σκαρπίνια μου και το καλό μου μαύρο παντελόνι και άσπρο πουκάμισο. Καθώς έκλεινα το παράθυρο για να πάω να ετοιμαστώ και η μυρωδιά κάπως ατόνησε στα ρουθούνια μου, επανήλθα στην πραγματικότητα. Τριάντα χρονών μουλάρι και παρέλαση! Βρε, περίεργα πράγματα… καφέ επειγόντως!

Ενόσω έπινα τον καφέ μου, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το μυαλό μου από το περιστατικό. Κακό σημάδι να χάνεις την επαφή με το χώρο και τον χρόνο, έστω και πριν ακόμα πιείς καφέ. Έψαχνα τρόπους να δικαιολογηθώ στον εαυτό μου και τότε θυμήθηκα κάτι που είχα διαβάσει κάποτε σε μια έρευνα. Πως η όσφρηση είναι από τα πιο ισχυρά μνημονικά ερεθίσματα στον άνθρωπο και στους άνδρες ειδικότερα, άποψη με την οποία από προσωπική εμπειρία συμφωνώ. Πόσες φορές ένα άρωμα, η μυρωδιά ενός φαγητού δεν μ’ έχουν γυρίσει χρόνια πίσω, σε μνήμες που πολλές φορές δυσκολεύομαι να ανακαλέσω οικειοθελώς.  Έτσι λοιπόν πρέπει να έγινε και σήμερα και μόλις το πρωί αντιλήφθηκα ποια ακριβώς αργία έχουμε, καθότι με τα εκκλησιαστικά χριστιανορθόδοξα θέματα δεν ασχολούμαι. Κι έτσι θυμήθηκα επίσης ότι πρέπει να τηλεφωνήσω και στους δυο καλούς μου φίλους Βαγγέληδες, έστω κι αν η αφορμή είναι ο ψητός μπακαλιάρος!

Χάρηκα πάντως πολύ που ανακάλεσα αυτές τις μνήμες με αφορμή τις μυρωδιές. Το νησί μου, τις παρελάσεις, το πώς κάναμε διαγωνισμό για το ποιος δεν θα βάλει τα γέλια μ’ εκείνον που μας υποδείκνυε το «βήμα».  Το κόρδωμα μπροστά στις όμορφες των σχολείων αφού φορούσαμε και τα γαμπριάτικά μας… κι έπειτα τροχάδην για το σπίτι της νόνας, όπου το γιγάντιο οικογενειακό τραπέζι περίμενε γεμάτο και αχνιστό να μαζευτούμε όλη η φαμίλια, δώδεκα τον αριθμό, προκειμένου να τιμήσουμε τα μοναδικά τηγανητά της μπακαλιαράκια με την φρέσκια σκορδαλιά από το μεγάλο, πέτρινο γουδί. Κι η προγιαγιά μου σε μια γωνιά να της κάνει μητρικές υποδείξεις για το πώς την επόμενη φορά θα γίνουν ακόμα καλύτερα. Κάπως έτσι βέβαια μαζευόμασταν και τις υπόλοιπες μέρες, αλλά όχι με τα γιορτινά μας και όχι με όλα αυτά τα εδέσματα. Καλοντυμένος και καλοφαγωμένος, έτσι ήταν αυτή η μέρα. Πώς όταν αναπολείς το παρελθόν, ειδικά την παιδική ηλικία, όλα φαίνονται πιο χαρούμενα και τόσο απλά, εξωραϊσμένα από την ασφάλεια της επιλεκτικής μνήμης… Είναι να μην ονειρεύεσαι μετά παρελάσεις και τσιμπούσια;

Μελαγχόλησα πάνω απ’ την κούπα του καφέ. Πόσα πράγματα διαφέρουν από τότε. Κάθε φορά το τραπέζι μικραίνει. Άλλοι δε ζουν, και οι περισσότεροι σκορπίσαμε στους πέντε ανέμους. Σπάνια τυχαίνει να ξαναβρεθούμε όλοι μαζί.  Τέτοιες στιγμές, όταν βλέπεις το πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα σε ένα κλάσμα μόνο του χρόνου, όταν η αναδρομή στο παρελθόν είναι τόσο εύκολη και λεπτομερής που το κάνει να μοιάζει μόλις με χθες, τέτοιες στιγμές πάντα με γέμιζαν δέος και μελαγχολία.

(η ασπρόμαυρη φωτό είναι από το αρχείο του καθηγητή Γ. Ζούμπου: http://oldkerkyraphoto.blogspot.com/ )