Γιορτινές υποσχέσεις (άμα δεν σε πάει…)

Το τέλος της προηγούμενης χρονιάς με βρήκε να δίνω υποσχέσεις στον εαυτό μου, με κυριότερη να κόψω την γκρίνια. Φυσικά εγώ υποστηρίζω πως δεν γκρινιάζω, αλλά ασκώ «δρυμία κριτική» σε θέματα που μου δυσκολεύουν τη ζωή ή που βρίσκω παράλογα. Η αλήθεια είναι βέβαια πως είναι πολλά αυτά τα πράγματα κατά τη δική μου αντίληψη, οπότε με μια κίνηση αβρότητας είπα να θεωρήσω πως ο χαρακτηρισμός μου ως γκρινιάρη που μου αποδίδεται από γνωστούς και φίλους ίσως να έχει και μια βάση, οπότε κάπως έτσι προέκυψε και η υπόσχεσή μου αυτή. Έτσι λοιπόν, φόρτωσα μπαγκάζια και υποσχέσεις στο αυτοκινητάκι μου και ξεκίνησα για τα πάτρια εδάφη ενόψει των εορτών, αποφασισμένος να χαλαρώσω, να ηρεμήσω και να μην χαλάσω και πολλά λεφτά, εναρμονιζόμενος πλήρως με το γενικότερο κλίμα.

Το αυτοκινητάκι μου λοιπόν είναι για μένα καινούργιο, μολονότι μεταχειρισμένο εγώ το πήρα. Ήταν το πρώτο ταξίδι που θα έκανα μαζί του και είχα μια φυσιολογική αγωνία για το αν όλα βαίνουν καλώς αλλά και τρομερή χαρά για το παρθενικό του ταξίδι. Ιδανικές συνθήκες αν μη τι άλλο για να ξεχαστείς και να χαρείς λίγο. Επειδή δεν μετακινούμαι πολύ με το αμάξι στη ζούγκλα της Αθήνας, του είχα κάνει πολύ λίγα χιλιόμετρα και είχα ξεχάσει να του βάλω και βενζίνη. Ξεκίνησα και έψαξα το πρώτο βενζινάδικο όπου και ζήτησα ευγενικά από τον πρατηριούχο να μου το γεμίσει αφού το ταξίδι για τα πάτρια εδάφη είναι μακριά. Περίμενα εγώ, γέμιζε αυτό, έτρεχαν τα ευρώ… Στα 50 λίτρα σταμάτησε, 80 ευρώ μου ζήτησε ο συμπαθής υπάλληλος (ήτοι 1,60€/λίτρο) και μάτωσε η τσέπη μου! Πολύ βενζίνη παίρνουν τα μοντέρνα τα αμάξια… Θυμήθηκα δε πως όταν είχα κατέβει για πρώτη φορά από το «χωριό» στην πρωτεύουσα, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’90, γέμιζα το παπάκι μου με 0,36€ ή 124 δρχ./λίτρο (ως μπατιράκι φοιτητικό το είχα ψάξει πολύ γι’ αυτό και θυμάμαι μέχρι και το βενζινάδικο) και με έπιασε μια μελαγχολία. Αλλά επειδή κι αυτό γκρίνια μου το χρεώνουν, είπα να σταματήσω να σκέφτομαι τα πάντα με αριθμούς, έστω κι αν εν τέλει σήμερα τα νούμερα πάσης φύσεως είναι αυτά που μας καταδιώκουν, και να ευθυμήσω για τη συνέχεια του ταξιδιού. Εξάλλου η πολλή βενζίνη φτάνει και για πολλά χιλιόμετρα, είχε και καλό καιρό!

Οδηγούσα λοιπόν ήρεμα και συντηρητικά, με το μάτι πιο πολύ καρφωμένο στον «μετρητή στιγμιαίας κατανάλωσης» του αμαξιού (φοβερή εφεύρεση) παρά στο δρόμο (γίνεται εμμονή και μπορεί να γίνει και επικίνδυνο…) και προσέχοντας τα νούμερα να κρατιούνται χαμηλά. Τέτοια ήταν η καλή μου η διάθεση που πλήρωσα και τα διόδια παρωδία της εθνικής οδού κωμωδίας που φτάνει μέχρι την Πάτρα. Φυσικά στη διαδρομή γλίτωσα από 3-4 μετωπικά, καθότι όλοι οι οδηγοί-κουβάδες με τις τεράστιες SUVάδες τους οδηγούν αμόρφωτα και φασιστικά σαν να μην υπάρχει αύριο, νομίζοντας ότι οδηγούν Playstation. Κι ενώ οδηγούσα με την προσοχή μου διχασμένη ανάμεσα στα νούμερα της κατανάλωσης και τους κρετίνους τριγύρω μου, αναλογιζόμουν πόσο σοβαρό έγκλημα είναι η ευκολία και η διαφθορά με την οποία δίνεται μια τόσο ισχυρή μέθοδος επιβολής της βούλησης ενός ατόμου έναντι κάποιου άλλου, ίσως η ισχυρότερη στην καθημερινότητά του (ίσως ακόμα και ανάλογη με την οπλοκατοχή), όπως η δυνατότητα να οδηγεί. Αν μη τι άλλο, αν ένας οδηγός είναι ανίκανος ή κρετίνος «Ελληναράς», μπορεί και να ξεκληρίσει 2-3 σπίτια στην καθισιά του. Αλλά γκρινιάζω πάλι…

Να μην τα πολυλογώ, μετά από πολύ υπομονή, ακόμα περισσότερη προσοχή και υπερβολικά έξοδα έφτασα επιτέλους στη γενέθλια γη μου. Χαιρέτησα τους γονείς μου, τα είπαμε, χάιδεψα τις γάτες και αφού ξεφόρτωσα το αμάξι, άνοιξα το laptop να ελέγξω τα mail μου. Αλλά δίκτυο ουδέν. Με τις βροχές και τις καταιγίδες φαίνεται πως στην ελληνική Άγρια Δύση τα δίκτυα προβληματίζονται, η δε ανταπόκριση του ΟΤΕ, για κλάματα ειλικρινά: 4 μέρες προσπαθούσα να βγάλω άκρη με τους λεβέντες, αλλά φως ουδέν. Έφυγα και ακόμα με παίρνουν τηλέφωνο. Το χειρότερο δεν ήταν η δική μου αναστάτωση της καθημερινότητας και της δουλειάς μου, αλλά ενώ πήγαινα στο πατρικό μου αποφασισμένος να εξηγήσω κάποια από τα μυστικά του διαδικτύου στον πατέρα μου (τουλάχιστον να ενημερώνεται λίγο πιο πολύπλευρα), είδα τον «ποιοτικό» αυτό χρόνο με τον πατέρα μου να καταρρέει. «Άντε τώρα να του εξηγήσεις από απόσταση πώς να κάνει bookmark κάτι που του αρέσει ή τι είναι το skype και πώς να το χρησιμοποιεί» σκεφτόμουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά όταν μου είπε η ίδια μου η μάνα να σταματήσω να γκρινιάζω, αποφάσισα να διαγράψω το ζήτημα και το έριξα στο διάβασμα μπροστά στο αναμμένο τζάκι, πίνοντας κρασιά. Μια χαρά!

Μία όμως η ζέστη, μία τα κρασιά, έφτασε το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς και δεν είχα καμιά απολύτως όρεξη ούτε να κουνηθώ ούτε να εορτάσω. Μου άρεσε όπως χαλάρωνα για 3-4 μέρες και δεν είχα διάθεση να το χαλάσω αυτό για τίποτα. Για να μην στεναχωρήσω όμως το σόι μου, υποσχέθηκα στους γονείς μου ότι θα πάω να τους βρω στο σπίτι που είμαστε καλεσμένοι. Αφού έφυγαν έκανα κι εγώ το μπάνιο μου, ντύθηκα κομψά και κατά τις 23:00 αποφάσισα να παραβρεθώ κι εγώ στις εορταστικές εκδηλώσεις. Φάγαμε τα εξαιρετικά εδέσματα, ήπιαμε με μέτρο εκλεκτό κρασί ιδιοπαραγωγής, κατόπιν επιδόρπιο και στην αλλαγή του χρόνου καθένας μας ήπιε και από ένα ποτηράκι αφρώδους οίνου. Άλλαξε λοιπόν ο χρόνος, φιληθήκαμε και ανταλλάξαμε ευχές για καλή πρόοδο στους μικρότερους και για καλή αποκατάσταση (άντε και με μια καλή νύφη) στους μεγαλύτερους, χαρήκαμε και ευθυμήσαμε γενικώς, οπότε και ήρθε η ώρα της τσόχας. Μιας κι εγώ προτιμούσα την κουβέντα και το χαζολόγημα, αισθάνθηκα άβολα να μετράω ξανά νούμερα και να υπολογίζω χρήματα. Για να μην αρχίσω να γκρινιάζω όμως, αποφάσισα να αποχωρήσω διακριτικά μιας και η επίλυση στομαχικών διαταραχών λόγω πολυφαγίας των ημερών δεν άφηνε και πολλά περιθώρια διαπραγματεύσεων.

Άμα όμως δεν σε θέλει… Στο δρόμο για το σπίτι λοιπόν, πρώτες ώρες του νέου χρόνου υπό βροχή, οδηγούσα το (άδειο πια από βενζίνη) αυτοκινητάκι μου , ώσπου επάνω σε μια στροφή αισθάνομαι ένα δυνατό τράνταγμα και κρότο και αμέσως μετά την αποσταθεροποίηση του αμαξιού. Αφού το συμμάζεψα ξαφνιασμένος (αν ερχόταν κάποιος από απέναντι, μετωπική), αισθανόμουν και άκουγα το ολοκαίνουργιο λάστιχο μου σκασμένο. Έκανα στην άκρη προκειμένου να διαπιστώσω αρχικά τί συμβαίνει και εν συνεχεία πώς συνέβη. Βρέθηκα να κοιτάζω μια σπασμένη ζάντα και ένα κομμένο λάστιχο, ήτοι περίπου 350€ ζημιά. Ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στα μηνίγγια! Πήρα έναν φακό και πηγαίνοντας ανάποδα το δρόμο άρχισα να ψάχνω τι ήταν αυτό που με βρήκε. Αφού προσπέρασα το σημείο δυο φορές μέσα στον θεοσκότεινο δρόμο και υπό βροχή, τελικά ανακάλυψα στη μέση μιας στροφής μια λακκούβα (γεμάτη νερό φυσικά…) με βάθος τουλάχιστον 20 πόντους. Εάν έπεφτε μοτοσυκλέτα εκεί αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να τη γλυτώσει.  Αμέσως άρχισα να βράζω από θυμό και από το μυαλό μου περνούσαν χίλιες σκέψεις. Να μείνω εδώ που είμαι, να βγάλω φωτογραφίες, να πάρω τον ασφαλιστή, να στείλει εμπειρογνώμονα, να κάνω μήνυση και στο Θεό ακόμα όχι μόνο για τη ζημιά μου αλλά και για ψυχική οδύνη, Πρωτοχρονιάτικα μέσα στη βροχή στη μέση του πουθενά. «Τρισκατάρατα σκουπίδια θα σας δείξω εγώ που θα με ξεκάνετε, τόσα διόδια και τέλη σας πληρώνω» σκεφτόμουν αδιάκοπα ενώ ένα ντελίριο θυμού με κατέκλυζε καθώς είχε αρχίσει ήδη να μουσκεύει και το εσωτερικό του παντελονιού μου.

Στεκόμουν κάτω από τη βροχή και σκεφτόμουν κάθε βήμα προσεκτικά με μια λυσσαλέα αγανάκτηση. Όταν κατέληξα στο τι θα έπρεπε να γίνει σε γενικές γραμμές άρχισα να ψάχνω το τηλέφωνο του ασφαλιστή μου προκειμένου να πράξει τα δέοντα. Αλλά ευτυχώς πριν τον καλέσω, έπεσε το μάτι μου στο ρολόι που έδειχνε 03:10. Κοντοστάθηκα και άρχισα να σκέφτομαι τι είδους άνθρωπος, γκρινιάρης και στριμμένος θα έπαιρνε κάποιον τέτοια ώρα βράδυ Πρωτοχρονιάς για κάτι τέτοιο: αμφιβάλλω αν κι ο ίδιος ακόμα ο δύστροπος και φιλάργυρος Σκρουτζ που δείχνουν στις τηλεοράσεις αυτές τις μέρες θα έκανε κάτι τέτοιο. Κι ενώ εξοργίστηκα ακόμα περισσότερο που η φονική λακκούβα μου προξενεί και ενοχές, αποφάσισα να μην σπάσω από την πρώτη κιόλας μέρα του χρόνου την υπόσχεσή μου. Μπορεί να μου κοστίσει κάτι παραπάνω, αλλά δεν θα μου κολλήσουν εμένα τη ρετσινιά! Απλά διερωτώμαι κατά καιρούς: είμαι γκρινιάρης εγώ, μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα ή μόνον εγώ τα παίρνω στα σοβαρά;

Γελοιογραφίες: http://www.tanea.gr & http://www.allvoices.com/cartoons

Advertisements

Χαμηλές πτήσεις (αλλεργία στην ταχύτητα)

Πάντα είχα ένα θέμα με τα αεροπλάνα, κυρίως βέβαια στις πτήσεις εσωτερικού που διαρκούν λίγο. Όχι πως τα φοβάμαι, κάθε άλλο: οι στατιστικές δείχνουν πως είναι το ασφαλέστερο μέσο μεταφοράς, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την εναλλακτική της οδήγησης στους ελληνικούς δρόμους. Το πρόβλημά μου έχει να κάνει κυρίως με την ταχύτητά τους. Ξύπνησα μια χαρά, όμορφα και ωραία στο χωριό την Τετάρτη το πρωί, ήπια τον καφέ μου παίζοντας με τις γάτες του σπιτιού στον φρέσκο και καθαρό αέρα της εξοχής, ευλογία! Κατόπιν, πήρα την βαλίτσα μου και κίνησα συνοδεία του πατέρα μου για το αεροδρόμιο. Η πτήση έφευγε στις 07:25 και μετά την απαραίτητη καθυστέρηση, έφτασε στην Αθήνα στις 08:30. Λίγο αργότερα, κατά τις 10:00 ήμουν ήδη στο γραφείο, αντιμέτωπος με τη ρουτίνα και τις στοίβες των χαρτιών έτοιμες να με καταπιούν.

Δεν μπορούσα με τίποτα να συνειδητοποιήσω αυτό που μου συνέβαινε. Εντάξει, σίγουρα έχω τις κακές μου που έφυγα από την εξοχή για την πόλη, σίγουρα το μυαλό μου κοντεύει να γίνει μελάτο με τον καύσωνα να μην σε αφήνει να πάρεις πνοή, αλλά αυτό που συμβαίνει με το αεροπλάνο, αλλού να ξυπνάς και αλλού να βρίσκεσαι μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, είναι κάτι που δεν μπορώ εύκολα να χωνέψω. Διότι τουλάχιστον, όταν ταξιδεύεις με άλλο μέσο, ο χρόνος που διαρκεί το ταξίδι είναι και χρόνος προσαρμογής στη νέα κατάσταση, ταξιδεύεις και το καταλαβαίνεις, το σκέφτεσαι βρε παιδί μου. Κι αν αλλάξεις και γνώμη (όταν οδηγείς), κάνεις μεταβολή και… μην τον είδατε! Τάσεις φυγής; Ίσως να φταίει η άμμος που ακόμα δεν έχει βγει από τα παπούτσια…

Δυο ξένοι (όταν το pc κάνει τα δικά του)…

Ήταν Παρασκευή όταν συνέβη το μοιραίο. Η προηγούμενη Παρασκευή για την ακρίβεια. Είχα γυρίσει στο σπίτι αποκαμωμένος από το γραφείο και κάτι τρεξίματα που έπρεπε οπωσδήποτε να γίνουν και καθώς κόντευε 9 το βράδυ, άναψα θερμοσίφωνα να κάνω ένα μπάνιο να ηρεμίσω λίγο και κατόπιν άναψα το pc προκειμένου να διαλέξω τη μουσική που θα συνοδεύσει την  χαλάρωσή μου. Κάθισα στην καρέκλα, και χάζευα την οθόνη να γεμίζει με όλους εκείνους τους περίεργους αριθμούς όπως κάνει κάθε φορά όταν ανοίγει και αναλογιζόμουν τι θα προτιμούσα να ακούσω καθώς παίρνω το μπάνιο μου. Μικρές πολυτέλειες… Εν συνεχεία φάνηκε η μπάρα των Windows όταν φορτώνουν κι ενώ κατέληξα σχετικά τη μουσική, περίμενα να δω το desktop μου για να ξεκινήσει  η μουσική περιπλάνηση. Αργούσε κάπως να εμφανιστεί το γνώριμο περιβάλλον εργασίας, η μπάρα δεν έλεγε να σταματήσει να φορτώνει. Και ξαφνικά, όλα μαύρισαν! Μόνο ο κέρσορας του ποντικιού φαινόταν σε ένα αποκαρδιωτικά μαύρο φόντο… Με έλουσε κρύος ιδρώτας…

Βήμα πρώτο: restart, καθότι συμβαίνουν αυτά καμιά φορά, μηχανές είναι. Ξανά τα ίδια. Βήμα δεύτερο: έβγαλα το pc από το ρεύμα, μηχανές είναι και κολλάνε καμιά φορά (έχετε δει ενίοτε κάποια dvd ή ηχοσυστήματα που τρώνε κάτι φρίκες και όταν τα βγάλεις από την πρίζα, όλα καλά;), αλλά και πάλι τα ίδια. Ψυχραιμία, σκέφτομαι, ας το αφήσω λίγο ήσυχο, μπας κι έχει τα νεύρα του κι αυτό όπως κι εγώ, μήπως και αργότερα μου κάνει τη χάρη.  Βήμα τρίτο λοιπόν: υπομονή και ψυχραιμία. Όταν, έπειτα απ’ όλ’ αυτά το αποτέλεσμα της επόμενης απόπειρας μου ήταν πάλι άτυχο, τότε άρχισα τα παρακάλια. Έλα καλό μου, έλα χρυσό μου, άναψε σε παρακαλώ, άναψε και δεν θα σε ξαναταλαιπωρήσω, άναψε και θα σε ξεσκονίζω και συχνότερα, άναψε κι ότι θες θα το ‘χεις. Κανένα αποτέλεσμα.

Τι πανούργο και διαβολικό δημιούργημα, άναψε που να σου πάρει ο διάολος τα τσιπάκια και τις καλωδιοταινίες σου. Πεισματάρικο όργανο του σατανά, θα σε πετάξω από το παράθυρο! Ασυγκίνητο, ψυχρό και μαύρο με κοίταζε εκείνο. Ας είναι, αύριο το πρωί θα ξυπνήσω νωρίς να το πάω στο «γιατρό» να δούμε τι θέλει, μπορεί να έχει «ίωση» πάλι γιατί το «αντιβιοτικό» του είχε λήξει καμιά βδομάδα πριν. Όντως έτσι έγινε, ξύπνησα νωρίς από ένα τσαντισμένο βράδυ, το φόρτωσα στην πλάτη κυριολεκτικά και πήγαμε στο γιατρό. Για να μάθω εκεί ότι δεν ήταν θέμα του αντιβιοτικού, αλλά ότι ο δίσκος «χτύπησε». Τον πόνο τον ένιωσα εγώ βέβαια, με την αίσθηση σφυριάς στο κεφάλι από το αίμα που το ένιωθα να βράζει στα μηνίγγια μου, όταν μου εξηγούσε ο «γιατρός» πως ο ασθενής δίσκος έχει αποβιώσει και θα είναι ευτύχημα αν μπορέσουμε να διασώσουμε ό,τι μπορούμε από τα χρησιμότατα σε μένα αρχεία του, αν θα πετύχει η μεταμόσχευση δηλαδή. Πάνε στράφι  όλες οι πρόσφατες μουσικές, τα πρόσφατα αρχεία, οι ρυθμίσεις, τα πάντα.

Λίγες μέρες μετά την παραμονή του στην εντατική, ο «γιατρός» μου έσωσε τελικά τα αρχεία, μου φόρτωσε καινούργια Windows και μου έδωσε τον ασθενή να τον πάρω σπίτι για ανάρρωση. Πήγαμε στο σπίτι, τον καλωδίωσα, του πάτησα το κουμπί και περίμενα να δω την κατάσταση της υγείας του. Άναψε κανονικά, άρα αναπνέει. Φορτώνει κανονικά, άρα κινείται, και μόλις κάνει ν’ ανοίξει το στόμα και τα μάτια του, αρχίζει να μου μιλάει σε ξένη γλώσσα! Αγγλικά μου μιλούσε πριν, Ελληνικά μου μιλάει τώρα. Ας είναι, αν και είναι δύσκολο να συνηθίσεις την ελληνική διάλεκτο επί της γλώσσας των pc, την ελληνική αργκό, αν έχεις μάθει χρόνια σε ξένη γλώσσα. Έλα όμως που όταν ήρθε στα συγκαλά του, που λέει ο λόγος, έμοιαζε σαν να έχει πάθει αμνησία και εγκεφαλικό μαζί! Δεν θυμόταν τίποτα και δεν μπορούσε να καταλάβει παρά ελάχιστες από τις εντολές που του έδινα. Πού είναι όλα τα προγράμματά μου, τα αποθηκευμένα passwords που με τόσο κόπο είχα τακτοποιήσει όταν τον πρωτοπήρα, για να μην τα θυμάμαι, πού είναι όλες αυτές οι ρυθμίσεις επί ρυθμίσεων που κάνεις  σωρευτικά όταν χρησιμοποιείς το pc… Χάθηκαν όλα μετά το ατύχημα και πρέπει να ξαναχτίσεις τη σχέση από την αρχή. Τόσες ώρες εκπαίδευσης χαμένες. Τον κοιτώ ως συνήθως, αλλά με μια αποδοκιμασία πια στο βλέμμα. Είμαστε πλέον δυο ξένοι.

Μια συνηθισμένη μέρα στην Αθήνα.

Μένω στην Αθήνα. Στην περιοχή του Παγκρατίου. Παλιά περιοχή, οικοδομημένη βαριά ήδη από πολύ νωρίς στην ιστορία της πόλης. Ακόμα και το τρόλεϊ το μαρτυρά αυτό καθώς έχει το νούμερο 2 «Παγκράτι-Κυψέλη», συνδέοντας από παλιά αυτές τις δύο  εξωφρενικά πυκνοκατοικημένες περιοχές. Οι πολυκατοικίες της αντιπαροχής βασιλεύουν, ο ένας μένει πάνω στον άλλον και το θέαμα αν το δει κανείς από ψηλά, λίγο ξεχωρίζει από τις διάσημες φαβέλες του Ρίο. Μόνο που εδώ η λαμαρίνα έχει αντικατασταθεί από το τσιμέντο, γι’ αυτό και τα πληρώνουμε μια ζωή τα πανέμορφα διαμερισματάκια μας. Πλην όμως, ουσιαστικά συζείς με τη μισή πολυκατοικία, ηχομόνωση μηδέν (το αίσθημά μου μού έλεγε ότι μπορεί και ακούει πότε βάζει ο διπλανός της κάτι στην πρίζα!!!), χώρος μηδέν, η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα στριμωξίδι είναι ακατανίκητη. Τέλος πάντων, αναφέρω τα πιο πάνω απλά για να επισημάνω πως έτσι κι αλλιώς, ζώντας σε ένα τέτοιο ασφυκτικό περιβάλλον, τα νεύρα του καθενός δοκιμάζονται.

Την Παρασκευή λοιπόν, μετά τη δουλειά, είχα υποσχεθεί σε έναν φίλο να περάσω από το σπίτι του μια και ο ίδιος λείπει αρκετό καιρό σε επαγγελματικό ταξίδι, προκειμένου να ελέγξω την αλληλογραφία του. Μένει στη Νέα Σμύρνη ο φίλος μου και αφού έφτασα εκεί με το αυτοκίνητο, επιδόθηκα στην αναζήτηση 3,5 μέτρων ελεύθερου χώρου για να παρκάρω. Οι κάτοικοι της περιοχής όμως έχουν αντίθετη άποψη σχετικά με το κατά πόσον μπορεί να παρκάρει ένας «ξένος» στην περιοχή τους. Έχουν εφεύρει μια πατέντα και καταλαμβάνουν τις θέσεις επάνω στα πεζοδρόμια με τα αυτοκίνητά τους και είναι αδύνατον να παρκάρεις εσύ στο δρόμο. Μάλιστα, αν κατά τύχη λείπει κάποιο αυτοκίνητο, την θέση του έχουν πάρει γλάστρες, τενεκέδες φέτα εν είδη γλάστρας, τσιμεντόλιθοι και λάστιχα. Ό,τι μπορεί κάνει ο καθένας. Απηυδισμένος λοιπόν, μετά από 20 λεπτά γύρω γύρω, αποφασίζω να παρκάρω στον δρόμο, μπροστά από μια γλάστρα του πεζοδρομίου. «Δεν θα καθίσω πολύ άλλωστε, 5 λεπτάκια», θυμάμαι ξεκάθαρα να σκέφτομαι.

Έλα όμως που ποτέ δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να είναι τυχερός με τέτοια διαδικαστικά πράγματα. Φτάνοντας στην εξώπορτα της πολυκατοικίας ακούω μια γυναικεία φωνή να ωρύεται: «τίνος είναι αυτό το τάδε αμάξι». Κάνω μεταβολή και κατευθύνομαι στο αμάξι μου. Και ακολουθεί ο εξής, μέσες άκρες, διάλογος:

-Εκείνη: καλά τι παρκάρεις εδώ, στραβός είσαι;

-Εγώ: γιατί, τι έχει εδώ και είμαι στραβός και δεν το είδα; Έχει κανένα σήμα, ενοχλώ κάποιον;

-Εκείνη: έμενα ενοχλείς! Δεν βλέπεις πως η θέση είναι πιασμένη; Κοτζάμ γλάστρα έχει!

-Εγώ: κι επειδή έχει μια γλάστρα στο πεζοδρόμιο σημαίνει ότι εγώ δεν μπορώ να παρκάρω, διότι έχεις κάνει κράτηση τη θέση επί του πεζοδρομίου; Κι άμα θέλω δηλαδή να περπατήσω στο πεζοδρόμιο, που θα πάω; Στο αυτοκίνητό σου απάνω;

-Εκείνη: δεν αφήνεις τις εξυπνάδες λέω εγώ να τελειώνουμε; Έτσι κάνουμε εμείς εδώ, άμα δεν σου αρέσει να μην ξανάρθεις!

Παρασκευή είναι, σκεφτόμουν, δώσε τόπο στην οργή, μην εξάπτεσαι… έκανα πίσω, πάρκαρε, την έκλεισα, της είπα ότι θα μείνω για λίγο, έφυγα, λήξις επεισοδίου. Στη συνέχεια επέστρεψα στο Παγκράτι. Το παρκάρισμα εδώ είναι σχεδόν ειδική αποστολή. Μετά από ώρα, βλέπω μια θέση, την οποίαν όμως είχε καταλάβει μια μοτοσικλέτα, στο ρόλο της γλάστρας στην πιο πάνω περίπτωση. Συνέχισα παρακάτω και όταν είδα άλλη μια θέση πιασμένη από κάτι καρέκλες ενός μαγαζάτορα, άρχισα να βράζω. Έχουμε ήδη έναν αντιπρόσωπο αυτοκινήτων που έχει αραδιάσει καμιά 15αριά αυτοκίνητα στο δρόμο, έχουμε κι ένα σούπερ μάρκετ, κλείσαμε! Συνέχισα του κύκλους όλο και πιο εκνευρισμένος και αφού η ώρα του σαφάρι ανευρέσεως αυτού του είδους προς εξαφάνιση που λέγεται θέση στάθμευσης είχε αρχίσει να υπερβαίνει τα 30 λεπτά, αίφνης, βλέπω δεξιά μου ένα άνοιγμα ανάμεσα στα παρκαρισμένα.  «Ώστε εδώ μου κρυβόσουνα» μουρμουρίζω και με άγρια χαρά βγάζω φλας, σαν να σημάδευα με το βέλος το θήραμα. Κι εκεί που στρίβω το τιμόνι και κάνω όλο αυτοπεποίθηση τον ελιγμό, διαπιστώνω ότι σύρριζα με το πεζοδρόμιο, μια σκάλα καταλαμβάνει τη θέση. Θόλωσα και σκοτείνιασαν όλα γύρω μου. Αφού ανάκτησα την αυτοκυριαρχία μου, βγήκα από το αμάξι και μπήκα σε ένα κατάστημα με ηλεκτρολογικά που ήταν ακριβώς πίσω από τη σκάλα.

-Εγώ: συγγνώμη κυρία μου, δικιά σας είναι η σκάλα εδώ έξω;

-Εκείνη: ε, ναι ξέρετε, περιμένω φορτηγό να ξεφορτώσει.

-Εγώ: δεν σας ρώτησα τι κάνει εκεί κυρία μου, εάν είναι δικιά σας ρώτησα. Θέλετε να σας την φέρω εγώ η θα την πάρετε εσείς;

-Εκείνη: τι να την πάρω;;; αφού σας είπα, περιμένω φορτηγό. Και που θα ξεφορτώσει το φορτηγό, τι θα κάνω εγώ, να το κλείσω το μαγαζί;

Ειπώθηκαν κι άλλα, με στόλισε μα κάποια «γαλλικά», τελικά άφησα το αμάξι και έφυγα. Αλλά με τα νεύρα μπαρούτι, δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι το πόσο αναίσθητοι έχουν γίνει όλοι γύρω, πώς ο καθένας σκέφτεται μόνο την πάρτη του και πόσο άραγε εύκολο είναι να διατηρείς μονίμως την ψυχραιμία σου απέναντι σε καταφανείς πράξεις γαϊδουριάς. Ήρθε στο νου μου η ταινία του Michael Douglas, Falling Down, όπου μια ωραία μέρα ο τύπος φρικάρει, παρατάει το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου και τα κάνει, σταδιακά, όλα γης μαδιάμ. Επικίνδυνες σκέψεις, υπερβολικές, όπως θα έλεγαν οι γύρω μου… Αντικοινωνικές….!

Γραφείο – Ζούγκλα

3443740240_00a11ffcbdwww.officerave.com

office_prank_05http://www.weirdomatic.com/funny-office-pranks.html

Ξύπνησα σήμερα το πρωί με έναν ειλικρινά εξωπραγματικό πονοκέφαλο. Ανεξήγητος μάλιστα, καθότι ειδικά σήμερα είμαι καλοκοιμισμένος επί 8ώρου. Ίσως να με πείραξε η μελαγχολική, συννεφιασμένη μέρα, ίσως δεν ξέρω ‘γω τι άλλο, το θέμα είναι πως ένιωθα το ίδιο μου το κρανίο σαν καμπάνα και τα ενδότερα να κοπανιούνται πάνω του, σε κάθε στρίψιμο του κεφαλιού. Δραματική κατάσταση…

Παρ’ όλ’ αυτά, σηκώθηκα, ντύθηκα (καθ’ ότι ευσυνείδητος υπάλληλος), πήρα το αυτοκίνητο, έπηξα στην κίνηση, έφτασα στο γραφείο, δυσκολεύτηκα να παρκάρω και κατσούφης και αμίλητος ανέβηκα στο λατρευτό μου γραφείο με τους αξιότιμους συναδέλφους μου.  Το ηλεκτρονικό «ντιν» της κάρτας που χτυπάω κάθε πρωί (και που με κάνει να αισθάνομαι σαν ήρωας ελληνικής ταινίας του ’60) σήμερα με ενόχλησε, μου τρύπησε τα τύμπανα.

Έφαγα την φρεσκότατα κατεψυγμένη τυρόπιτα που μόλις είχα αγοράσει και πήρα μια ασπιρίνη πίνοντας τον πρώτο καφέ, ελπίζοντας σε λύτρωση από την κακοδαιμονία. Τζίφος. Δεν μου έκανε τη χάρη. Αρκετή ώρα μετά και δεν είχα τη δύναμη ούτε να απαντήσω σε στοιχειώδεις, διαδικαστικές ερωτήσεις. Βλέποντάς με σε αυτήν την εξαθλιωμένη κατάσταση, μια συνάδελφος προσφέρθηκε να μου φέρει «το χάπι που θα σε σώσει», χάθηκε σε ένα άλλο γραφείο και επέστρεψε θριαμβεύτρια, κρατώντας τη σωτηρία μου στη μορφή ενός μπεζ, οβάλ δισκίου. «Πιές το και θα δεις» με παροτρύνει. «Τι είναι αυτό;» ρωτάω εγώ, καθότι δεν έγραφε κάτι επάνω. «Βρε πιές το και μην ρωτάς πολλά», συνεχίζει εκείνη. «Κι αν θέλεις να με φαρμακώσεις, τι γίνεται; Έτσι απλά θα το πιω χωρίς να ξέρω τι είναι; Κι αν είναι παραισθησιογόνο;», διαμαρτυρήθηκα εγώ. «Γιατί και τέτοιο να είναι, θα σε πειράξει πολύ, έτσι όπως είναι η κατάσταση εδώ μέσα; Ίσα ίσα που μπορεί να σου δώσει και μιαν άλλη οπτική των πραγμάτων!», αντέτεινε εκείνη, κλείνοντάς μου συνωμοτικά το μάτι και πηγαίνοντας στο δικό της γραφείο.

Τι ήταν να το πει… καθόμουν και το σκεφτόμουν, πόσο σουρεαλιστικό θα ήταν κάτι τέτοιο και αφού αμφιταλαντεύτηκα για λίγο, εξαφάνησα το χαπάκι μες στο στόμα μου. Στην αρχή δεν έγιναν και πολλά, αλλά όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ έβλεπα τα πράγματα από μια περίεργη ματιά. Άρχισα να κοιτάζω περίεργα τα δεκάδες, ξέχειλα χαρτιών, ντοσιέ σαν αιωνόβια δέντρα, φυτρωμένα και ακίνητα στα σκόρπια γραφεία, κιτρινίζοντας αργά και υπομονετικά στο πέρασμα του χρόνου. Φάκελοι δεκάδες και στοίβες χαρτιών συνθέτουν το τροπικό, πυκνόφυτο δάσος, στα ανοίγματα του οποίου ξεπροβάλλουν τα πρόσωπα των ιθαγενών συναδέλφων μου. Οι οποίοι, απασχολημένοι καθένας με τον δικό του τομέα, μιλούν καθένας την δική του τοπική διάλεκτο της φυλής του. Είναι εκείνοι που μιλούν τη διάλεκτο των τιμολογίων, εκείνοι που μιλούν για προσφορές μάρκετινγκ, άλλοι για ισοζύγια, άλλοι για εισπράξεις και επιταγές, σε ομάδες των 3-4 ατόμων ανά φυλή. Σαν εξερευνητής στη ζούγκλα του γραφείου που ανακαλύπτει ανά τρία γραφεία και καινούργιους ιθαγενείς με γλώσσες ακατάλυπτες! Βρε περίεργα πράγματα…

Μόλις όμως φαντάστηκα τον εαυτό μου στην κορυφή του μεγαλύτερου φύκου που έχουμε στο γραφείο, με περιβολή Ταρζάν, έτοιμο να αρχίσω να χοροπηδάω από δέντρο σε δέντρο του προαναφερθέντος δάσους που απλωνόταν μπροστά στα μάτια μου, ειλικρινά τα χρειάστηκα! «Τι στον άνεμο ήταν αυτό το χάπι;» ρώτησα με ένα μείγμα έκπληξης, ανησυχίας και οργής την επίδοξη σωτήρα μου. «Mesulid, παυσίπονο, πώς κάνεις έτσι;», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. Βρε περίεργα πράγματα… ίσως να έχω πυρετό…

Καλοκαιρινή Οδύσσεια…

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009, 19:00 το απόγευμα στα υπεραστικά ΚΤΕΛ Κηφισού. Εικόνα αλησμόνητη για όποιον έχει πολύ καιρό να χρησιμοποιήσει αυτό το μέσο. Μες στο αποκορύφωμα του καλοκαιριού και η εικόνα είναι το λιγότερο αποκαρδιωτική. Άραγε, τι θα μπορούσε να σκεφτεί οποιοσδήποτε από τους «κουτόφραγκους» είχε την ατυχία να βρεθεί εδώ πέρα μες στο λιοπύρι; Ενημέρωση μηδέν, οχλοβοή απίστευτη, καθαριότητα και εξυπηρέτηση, άγνωστες ποσότητες. Τέλος πάντων λες, ίσως να είναι ένα από τα τελευταία κατάλοιπα της «παλιάς», μη εξευρωπαϊσμένης Ελλάδας… Εξάλλου είναι πάγια δέσμευση των ιθυνόντων ότι επίκειται η μετεγκατάσταση του σταθμού, οπότε ας μην είμαστε κακομοίρηδες και γκρινιάρηδες.

Επιτέλους, το ταξίδι που θα οδηγήσει στην πολυπόθητη έξοδο από την τσιμεντοποιημένη πρωτεύουσα προς τις διακοπές, ξεκινά. Έχει λίγο κίνηση η αλήθεια είναι, αλλά ας μην τα θέλουμε και όλα δικά μας. Εξάλλου για καλό είναι το ταξίδι οπότε μην χαλάς τη διάθεσή σου με επουσιώδεις λεπτομέρειες. Στα διόδια της Ελευσίνας έχει μια κάποια κίνηση, αλλά γενικά τα πάντα κυλούν σχετικά ομαλά. Έως ότου φτάσουμε κοντά στην Κόρινθο. Εκεί η κατάσταση αλλάζει δραματικά. Ουρές χιλιομέτρων σχηματίζονται, η Λωρίδα Εκτάκτου Ανάγκης (ΛΕΑ) καταργείται, προκειμένου να εξυπηρετηθούν όσοι ελπίζουν να φτάσουν μέχρι τα διόδια. Η τροχαία λάμπει δια της απουσίας της και τελικώς, μετά από 45 περίπου λεπτά (ίσως και μία ώρα) πληρώνουμε τα διόδια και συνεχίζουμε το ταξίδι.

Ίσως αν ήταν μεμονωμένο περιστατικό να μην έχριζε και πολύ μεγάλης σημασίας. Όμως και με την έξοδο του Πάσχα, κάτι παρόμοιο είχα βιώσει. Οδηγούσα εγώ τότε και η ουρά ήταν ακόμα μεγαλύτερη (αν δεν με απατά η μνήμη μου, καθότι αυτά τα βιώματα είμαι πεπεισμένος ότι απωθούνται στο υποσυνείδητο, είχα χρειαστεί μιάμιση ώρα). Είχε διάφορες ζωντανές συνδέσεις ο CITY RADIO τότε και σε μία από αυτές είχε πει ο διοικητής Τροχαίας Κορίνθου ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι για να ανοίξουν τα διόδια για κάποιο διάστημα έστω, γιατί με την παραχώρηση της εκμετάλλευσης τους στην ιδιωτική εταιρεία, της έχει δοθεί και το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για το εάν, πότε και για πόσο θα ανοίγουν τα διόδια!!!! Η Τροχαία μπορεί απλά να κάνει συστάσεις είπε ο κύριος διοικητής.

Σχετικά με την παραχώρηση της εκμετάλλευσης των διοδίων σε ιδιωτική εταιρεία, από τη στιγμή μάλιστα που μιλάμε για ένα ήδη υπάρχον έργο που έχει κατασκευαστεί με τα χρήματα φορολογουμένων, πολύ θα ήθελα κάποιος να μας εξηγήσει την ακριβή αιτιολόγηση. Εκτός βέβαια εάν το ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να εισπράξει ούτε διόδια… Διαφορετικά, πολύ χρήμα μου μυρίζει… Επιπλέον, αδυνατώ να κατανοήσω πως είναι δυνατόν να αποφασίζει ένας ιδιώτης, όποιος κι αν είναι αυτός, για το ποιος είναι ο αποδεκτός χρόνος ταλαιπωρίας των ταξιδιωτών και ανάλογα να διαχειρίζεται τα διόδια. Ο εθνικός δρόμος είναι δημόσιο αγαθό, υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική και ως εκ τούτου μόνο κρατικό όργανο μπορώ να αποδεχτώ ως ρυθμιστική αρχή επί του αγαθού. Στην τελική θέλω να ξέρω ποιόν πρέπει να βρίζω και να καταριέμαι βρε αδερφέ!! Το τι γινόταν μετά τα διόδια, με τους χιλιάδες μπαϊλντισμένους οδηγούς να ξεχύνονται στον αισχρό αυτό δρόμο προσπαθώντας να αναπληρώσουν το χαμένο χρόνο,  νομίζω μπορεί να το φανταστεί ο καθένας. Η γεωμετρική αύξηση του κινδύνου από όλη αυτήν την ταλαιπωρία δεν νομίζω ότι μπορεί να αντισταθμιστεί με το οποιοδήποτε χρηματικό όφελος προς οποιονδήποτε και δεν μπορώ να ανεχτώ κανέναν να παίζει παιχνίδια με την δικιά μου ασφάλεια προς χάριν χρηματικών απολαβών. Νομίζω είναι θέμα κοινού νου. Εκτός αν οι ιθύνοντες έχουν διαφορετική άποψη και δεν δίνουν την ίδια σημασία με τον καθένα σχετικά με την ασφάλεια του όταν αυτή αναμετράται με τα 2,80 αργύρια του τέλους των διοδίων.

Εν ολίγοις, το ταξίδι Αθήνα – Μεσολόγγι είχε διάρκεια 4,5 ώρες. Περίπου όσο μια πτήση για Λονδίνο. Αλλά τι να ξέρουν και αυτοί οι κουτόφραγκοι, εδώ τα πάντα γίνονται the greek way. Είναι πολλά τα λεφτά κύριοι και λίγο ακόμα αίμα στην άσφαλτο (μας έχουν κάνει να το συνηθίσουμε άλλωστε) είναι ίσως μικρό τίμημα. Αλλά εάν αυτοί δεν ενδιαφέρονται και αξιολογούν την δική μας ασφάλεια χαμηλότερα από τις δικές τους εισπράξεις, εμείς μάλλον θα έπρεπε να το ξανασκεφτούμε.