Μια συνηθισμένη μέρα στην Αθήνα.

Μένω στην Αθήνα. Στην περιοχή του Παγκρατίου. Παλιά περιοχή, οικοδομημένη βαριά ήδη από πολύ νωρίς στην ιστορία της πόλης. Ακόμα και το τρόλεϊ το μαρτυρά αυτό καθώς έχει το νούμερο 2 «Παγκράτι-Κυψέλη», συνδέοντας από παλιά αυτές τις δύο  εξωφρενικά πυκνοκατοικημένες περιοχές. Οι πολυκατοικίες της αντιπαροχής βασιλεύουν, ο ένας μένει πάνω στον άλλον και το θέαμα αν το δει κανείς από ψηλά, λίγο ξεχωρίζει από τις διάσημες φαβέλες του Ρίο. Μόνο που εδώ η λαμαρίνα έχει αντικατασταθεί από το τσιμέντο, γι’ αυτό και τα πληρώνουμε μια ζωή τα πανέμορφα διαμερισματάκια μας. Πλην όμως, ουσιαστικά συζείς με τη μισή πολυκατοικία, ηχομόνωση μηδέν (το αίσθημά μου μού έλεγε ότι μπορεί και ακούει πότε βάζει ο διπλανός της κάτι στην πρίζα!!!), χώρος μηδέν, η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα στριμωξίδι είναι ακατανίκητη. Τέλος πάντων, αναφέρω τα πιο πάνω απλά για να επισημάνω πως έτσι κι αλλιώς, ζώντας σε ένα τέτοιο ασφυκτικό περιβάλλον, τα νεύρα του καθενός δοκιμάζονται.

Την Παρασκευή λοιπόν, μετά τη δουλειά, είχα υποσχεθεί σε έναν φίλο να περάσω από το σπίτι του μια και ο ίδιος λείπει αρκετό καιρό σε επαγγελματικό ταξίδι, προκειμένου να ελέγξω την αλληλογραφία του. Μένει στη Νέα Σμύρνη ο φίλος μου και αφού έφτασα εκεί με το αυτοκίνητο, επιδόθηκα στην αναζήτηση 3,5 μέτρων ελεύθερου χώρου για να παρκάρω. Οι κάτοικοι της περιοχής όμως έχουν αντίθετη άποψη σχετικά με το κατά πόσον μπορεί να παρκάρει ένας «ξένος» στην περιοχή τους. Έχουν εφεύρει μια πατέντα και καταλαμβάνουν τις θέσεις επάνω στα πεζοδρόμια με τα αυτοκίνητά τους και είναι αδύνατον να παρκάρεις εσύ στο δρόμο. Μάλιστα, αν κατά τύχη λείπει κάποιο αυτοκίνητο, την θέση του έχουν πάρει γλάστρες, τενεκέδες φέτα εν είδη γλάστρας, τσιμεντόλιθοι και λάστιχα. Ό,τι μπορεί κάνει ο καθένας. Απηυδισμένος λοιπόν, μετά από 20 λεπτά γύρω γύρω, αποφασίζω να παρκάρω στον δρόμο, μπροστά από μια γλάστρα του πεζοδρομίου. «Δεν θα καθίσω πολύ άλλωστε, 5 λεπτάκια», θυμάμαι ξεκάθαρα να σκέφτομαι.

Έλα όμως που ποτέ δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να είναι τυχερός με τέτοια διαδικαστικά πράγματα. Φτάνοντας στην εξώπορτα της πολυκατοικίας ακούω μια γυναικεία φωνή να ωρύεται: «τίνος είναι αυτό το τάδε αμάξι». Κάνω μεταβολή και κατευθύνομαι στο αμάξι μου. Και ακολουθεί ο εξής, μέσες άκρες, διάλογος:

-Εκείνη: καλά τι παρκάρεις εδώ, στραβός είσαι;

-Εγώ: γιατί, τι έχει εδώ και είμαι στραβός και δεν το είδα; Έχει κανένα σήμα, ενοχλώ κάποιον;

-Εκείνη: έμενα ενοχλείς! Δεν βλέπεις πως η θέση είναι πιασμένη; Κοτζάμ γλάστρα έχει!

-Εγώ: κι επειδή έχει μια γλάστρα στο πεζοδρόμιο σημαίνει ότι εγώ δεν μπορώ να παρκάρω, διότι έχεις κάνει κράτηση τη θέση επί του πεζοδρομίου; Κι άμα θέλω δηλαδή να περπατήσω στο πεζοδρόμιο, που θα πάω; Στο αυτοκίνητό σου απάνω;

-Εκείνη: δεν αφήνεις τις εξυπνάδες λέω εγώ να τελειώνουμε; Έτσι κάνουμε εμείς εδώ, άμα δεν σου αρέσει να μην ξανάρθεις!

Παρασκευή είναι, σκεφτόμουν, δώσε τόπο στην οργή, μην εξάπτεσαι… έκανα πίσω, πάρκαρε, την έκλεισα, της είπα ότι θα μείνω για λίγο, έφυγα, λήξις επεισοδίου. Στη συνέχεια επέστρεψα στο Παγκράτι. Το παρκάρισμα εδώ είναι σχεδόν ειδική αποστολή. Μετά από ώρα, βλέπω μια θέση, την οποίαν όμως είχε καταλάβει μια μοτοσικλέτα, στο ρόλο της γλάστρας στην πιο πάνω περίπτωση. Συνέχισα παρακάτω και όταν είδα άλλη μια θέση πιασμένη από κάτι καρέκλες ενός μαγαζάτορα, άρχισα να βράζω. Έχουμε ήδη έναν αντιπρόσωπο αυτοκινήτων που έχει αραδιάσει καμιά 15αριά αυτοκίνητα στο δρόμο, έχουμε κι ένα σούπερ μάρκετ, κλείσαμε! Συνέχισα του κύκλους όλο και πιο εκνευρισμένος και αφού η ώρα του σαφάρι ανευρέσεως αυτού του είδους προς εξαφάνιση που λέγεται θέση στάθμευσης είχε αρχίσει να υπερβαίνει τα 30 λεπτά, αίφνης, βλέπω δεξιά μου ένα άνοιγμα ανάμεσα στα παρκαρισμένα.  «Ώστε εδώ μου κρυβόσουνα» μουρμουρίζω και με άγρια χαρά βγάζω φλας, σαν να σημάδευα με το βέλος το θήραμα. Κι εκεί που στρίβω το τιμόνι και κάνω όλο αυτοπεποίθηση τον ελιγμό, διαπιστώνω ότι σύρριζα με το πεζοδρόμιο, μια σκάλα καταλαμβάνει τη θέση. Θόλωσα και σκοτείνιασαν όλα γύρω μου. Αφού ανάκτησα την αυτοκυριαρχία μου, βγήκα από το αμάξι και μπήκα σε ένα κατάστημα με ηλεκτρολογικά που ήταν ακριβώς πίσω από τη σκάλα.

-Εγώ: συγγνώμη κυρία μου, δικιά σας είναι η σκάλα εδώ έξω;

-Εκείνη: ε, ναι ξέρετε, περιμένω φορτηγό να ξεφορτώσει.

-Εγώ: δεν σας ρώτησα τι κάνει εκεί κυρία μου, εάν είναι δικιά σας ρώτησα. Θέλετε να σας την φέρω εγώ η θα την πάρετε εσείς;

-Εκείνη: τι να την πάρω;;; αφού σας είπα, περιμένω φορτηγό. Και που θα ξεφορτώσει το φορτηγό, τι θα κάνω εγώ, να το κλείσω το μαγαζί;

Ειπώθηκαν κι άλλα, με στόλισε μα κάποια «γαλλικά», τελικά άφησα το αμάξι και έφυγα. Αλλά με τα νεύρα μπαρούτι, δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι το πόσο αναίσθητοι έχουν γίνει όλοι γύρω, πώς ο καθένας σκέφτεται μόνο την πάρτη του και πόσο άραγε εύκολο είναι να διατηρείς μονίμως την ψυχραιμία σου απέναντι σε καταφανείς πράξεις γαϊδουριάς. Ήρθε στο νου μου η ταινία του Michael Douglas, Falling Down, όπου μια ωραία μέρα ο τύπος φρικάρει, παρατάει το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου και τα κάνει, σταδιακά, όλα γης μαδιάμ. Επικίνδυνες σκέψεις, υπερβολικές, όπως θα έλεγαν οι γύρω μου… Αντικοινωνικές….!

Advertisements